Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009

ΠΑΘΗ: ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΗ ΑΥΤΩΝ - ΑΡΕΤΕΣ: ΚΑΛΛΙΕΡΓΕΙΑ ΑΥΤΩΝ (ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ)

Λόγος Ψυχοφελής και θαυμάσιος

Αγίου Ιωάννη του Δαμασκηνού

Αναδημοσίευση απο: http://www.pigizois.gr/pneumatikoi_logoi/damaskinos.htm
___________________________________________________________________________________


Πρέπει να ξέρουμε ότι ο άνθρωπος είναι διπλός, δηλαδή από σώμα και ψυχή, και έχει διπλές τις αισθήσεις και διπλές τις αρετές τους.

Πέντε αισθήσεις έχει η ψυχή και πέντε το σώμα. Οι ψυχικές αισθήσεις, είναι νους, διάνοια, γνώμη, φαντασία, και αίσθηση. Οι σοφοί τις ονομάζουν και δυνάμεις. Οι σωματικές αισθήσεις είναι τούτες. Όραση, όσφρηση, ακοή, γεύση, αφή. Γι αυτό και διπλές είναι οι αρετές, διπλές και οι κακίες.

Ώστε αναγκαίο είναι να γνωρίζει καθαρά ο κάθε άνθρωπος, πόσες είναι οι ψυχικές αρετές και πόσες οι σωματικές. Και ποια είναι τα ψυχικά πάθη και ποια τα σωματικά πάθη. Ψυχικές αρετές είναι πρώτα οι τέσσερις γενικότερες αρετές, οι οποίες είναι, ανδρεία, φρόνηση, σωφροσύνη, και δικαιοσύνη. Από αυτές γεννιούνται οι ψυχικές αρετές, πίστη, ελπίδα, αγάπη, προσευχή, ταπείνωση, πραότητα, μακροθυμία, ανεξικακία, χρηστότητα, αοργησία, θεία γνώση, ευφροσύνη, απλότητα, αταραξία, ειλικρίνεια, η χωρίς έπαρση διάθεση, η αφιλαργυρία, η συμπάθεια, ελεημοσύνη, μεταδοτικότητα, αφοβία, αλυπία, κατάνυξη, σεμνότητα, ευλάβεια, επιθυμία των μελλοντικών αγαθών, πόθος της βασιλείας του Θεού και επιθυμία της θείας υιοθεσίας.

Σωματικές αρετές ή μάλλον εργαλεία των αρετών, που όταν γίνονται με γνώση κατά το θέλημα του Θεού και μακριά από κάθε υποκρισία και ανθρωπαρέσκεια, κάνουν τον άνθρωπο να προκόβει στην ταπείνωση και την απάθεια, είναι οι εξής. Εγκράτεια, νηστεία, πείνα, δίψα, αγρυπνία, ολονύκτια στάση, στην προσευχή, συνεχής γονυκλισία, αλουσιά, χρήση ενός μόνου ενδύματος, ξηροφαγία, το να τρώει κανείς αραιά, να πίνει μόνο νερό, χαμαικοιτία, φτώχια, ακτημοσύνη, αποφυγή περιποιήσεως, καλλωπισμού, αφιλαυτία, μόνωση, ησυχία, το να μην βγαίνει κανείς έξω, στέρηση, αυτάρκεια, σιωπή, το να κάνει κανείς εργόχειρο με τα χέρια του, και κάθε κακοπάθεια και σωματική άσκηση, και άλλα τέτοια, τα οποία, όταν είναι το σώμα εύρωστο και ενοχλείται από τα σαρκικά πάθη είναι αναγκαιότητα και ωφελιμότατα. Όταν το σώμα είναι εξασθενημένο και έχει, με την βοήθεια του Θεού, νικήσει τα πάθη, δεν είναι αναγκαία, γιατί η αγία ταπείνωση και η ευχαριστία τα αναπληρώνουν όλα.

Τώρα πρέπει να κάνουμε λόγο και για τις ψυχικές και σωματικές κακίες, δηλαδή τα πάθη.

Ψυχικά πάθη είναι η λήθη, η ραθυμία και η άγνοια.

Από τα τρία αυτά σκοτίζεται το μάτι της ψυχής, δηλαδή ο νους, και κυριεύεται από όλα τα πάθη, τα οποια είναι:

Ασέβεια, κακοδοξία, δηλαδή η κάθε αίρεση, βλασφημία, θυμός, οργή, πικρία, οξυθυμία, μισανθρωπία, μνησικακία, καταλαλιά, κατάκριση, λύπη χωρίς λόγο, φόβος, δειλία, φιλονικία, ζήλια, φθόνος, κενοδοξία, υπερηφάνεια, υποκρισία, ψεύδος, απιστία, πλεονεξία, φιλοϋλία, εμπαθής προσκόλληση σε κάτι, σχέση με γήινα πράγματα, ακηδία, μικροψυχία, αχαριστία, γογγυσμός, οίηση, δολιότητα, αναίδεια, αναισθησία, κολακεία, υπουλότητα, ειρωνεία, διβουλία, συγκατάθεση σε αμαρτήματα του παθητικού μέρους της ψυχής, και συνεχή μελέτη αυτών, περιπλάνηση των λογισμών, η μητέρα των κακών φιλαυτία και η ρίζα όλων των κακών η φιλαργυρία, κακοήθεια και πονηρία.

Σωματικά πάθη είναι. Γαστριμαργία, λαιμαργία, απόλαυση, μέθη, λαθροφαγία, ποικιλότροπη φιληδονία, πορνεία, μοιχεία, ασελγεία, ακαθαρσία, αιμομιξία, παιδεραστία, κτηνοβασία, κακές επιθυμίες και όλα τα παρά φύση αισχρά πάθη. Κλοπή, ιεροσυλία, ληστεία, φόνος, η κάθε σωματική άνεση και απόλαυση των θελημάτων της σάρκας, και μάλιστα όταν έχει υγεία το σώμα.

Μαντείες, οιωνισμοί, κλυδωνισμοί, αγάπη για στολίδια, κομπασμοί, νωθρότητες, καλλωπισμοί, φτιασιδώματα του προσώπου, αξιοκατάκριτη αργία, φαντασιώσεις, τυχερά παιχνίδια, η εμπαθής παράχρηση των τερπνών του κόσμου, η φιλοσώματη ζωή που παχαίνει το νου, και τον κάνει γήινο και κτηνώδη, και δεν τον αφήνει να σηκωθεί προς το Θεό και προς τις εργασίες των αρετών.

Ρίζες όλων αυτών των παθών και πρωταίτιες είναι η φιληδονία, η φιλοδοξία, και η φιλαργυρία από τις οποίες γεννιέται κάθε κακό.

Δεν αμαρτάνει ποτέ ο άνθρωπος, αν πρωτύτερα δεν υπερισχύσουν και δεν τον κατακυριεύσουν οι δυνατοί γίγαντες που αναφέρει ο σοφότατος ασκητής Μάρκος, δηλαδή η λήθη, η ραθυμία, και η άγνοια.

Αυτές τις γεννά η ηδονή, η καλοπέραση, και η αγάπη της δόξας των ανθρώπων και του περισπασμού. Πρώτη αιτία όλων αυτών και κακή μητέρα είναι, η φιλαυτία, δηλαδή η παράλογη αγάπη του σώματος κι εμπαθείς προσκόλληση σ` αυτό. Η διάχυση και η χαύνωση του νου με ευτραπελίες και αισχρολογίες προξενούν πολλά κακά και πολλές πτώσεις, όπως επίσης η θρασύτητα και το γέλιο.

Πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι η εμπαθής φιληδονία είναι πολύμορφη και πολύτροπη, και είναι πολλές οι ηδονές που εξαπατούν την ψυχή, όταν δεν είναι στερεωμένη στο Θεό με νίψη και θείο φόβο, και δεν φροντίζει για την εργασία των αρετών με αγάπη προς τον Χριστό. Γιατι είναι παρά πολλές οι ηδονές που τραβούν προς τον εαυτό τους τα μάτια της ψυχής. Είναι οι ηδονές των σωμάτων, των χρημάτων, των απολαύσεων, της ραθυμίας, της εξουσίας, της φιλαργυρίας, της πλεονεξίας.

Και φαίνονται όλες αυτές ότι έχουν λαμπερά πρόσωπα και αξιαγάπητα, ικανά να προσελκύσουν εκείνους που παθαίνονται, για όλα αυτά, και δεν έχουν σφοδρό έρωτα προς την αρετή και δεν υπομένουν τη σκληρότητά της. Κάθε σχέση, με τα γήινα και η κάθε προσκόλληση σε αυτά προξενεί ηδονή και ευχαρίστηση σ` αυτόν που την έχει, και αποδεικνύει ότι είναι ανώφελο και βλαβερό, το επιθυμητικό μέρος της ψυχής όταν είναι εμπαθές, επειδή εξαιτίας του, εκείνος που στερείται κάτι που ποθεί, υποτάσσεται στο θυμό, στην οργή, στη λύπη και στην μνησικακία.

Αν τώρα μαζί με την εμπαθή προσκόλληση, επικρατήσει και κάποια έστω μικρή συνήθεια, αλίμονο! Κάνει τότε εκείνο που κυριεύτηκε από αυτήν να ακολουθεί διαρκώς την παράλογη αυτή εμπαθή προσκόλληση αναίσθητα και χωρίς θεραπεία, με την ηδονή που είναι κρυμμένη μέσα σ` αυτή.

Είναι πολυσχιδής η ηδονή της επιθυμίας, όπως προείπαμε. Δεν αρκείται μόνο στην πορνεία και τις άλλες σωματικές απολαύσεις, αλλά ζητεί και τα λοιπά πάθη.

Αφού, σωφροσύνη είναι όχι μόνο η αποχή από την πορνεία και τις σαρκικές ηδονές, αλλά να απέχει κανείς και από τις άλλες ηδονές.

Γι` αυτό εκείνος που αγαπά την φιλοχρηματία, τη φιλαργυρία και την πλεονεξία είναι ακόλαστος. Γιατι όπως ο ακόλαστος έχει έρωτα προς τα σώματα, έτσι και αυτός έχει έρωτα προς τα χρήματα. Ή μάλλον, αυτός είναι πιο ακόλαστος, αφού δεν έχει τόσο βία από την φύση να τον σπρώχνει σ` αυτά.

Γιατί αμαθής ηνίοχος δεν είναι εκείνος που δεν μπορεί να δαμάσει το άγριο και δυσάγωγο άλογο, αλλά εκείνος που δεν μπορεί να κρατήσει το ήμερο και ήσυχο άλογο. Και από παντού φαίνεται ότι είναι περιττή και όχι φυσική η επιθυμία των χρημάτων, γιατι δεν βιάζεται σ` αυτήν ο άνθρωπος από τη φύση, αλλά από την κακή του προαίρεση. Γι' αυτό και αμαρτάνει ασυγχώρητα εκείνος που νικάται εκούσια από την φιλοχρηματία.

Ώστε πρέπει να γνωρίζουμε καλά ότι η φιληδονία δεν έγκειται μόνο στην τρυφή και στην απόλαυση των σωμάτων, αλλά σε κάθε τρόπο και πράγμα που το αγαπά κανείς με πάθος και με την προαίρεση της ψυχής του.

Και για να γνωρίζονται καθαρότερα τα πάθη που αφορούν στα τρία μέρη της ψυχής, προσθέτουμε και τα παρακάτω με συντομία.

Η ψυχή διαιρείται σε τρία μέρη, το λογιστικό, το θυμικό, και το επιθυμητικό.

Του λογιστικού αμαρτήματα είναι αυτά: Απιστία, αίρεση, αφροσύνη, βλασφημία, αχαριστία, και οι συγκαταθέσεις των αμαρτημάτων, οι οποίες γίνονται από το παθητικό μέρος.

Η ίαση και η θεραπεία αυτών των κακών, είναι η αδίστακτη πίστη στο Θεό και τα αληθινά και χωρίς πλάνη ορθόδοξα δόγματα της ευσέβειας, η αδιάκοπη μελέτη των λόγων του Πνεύματος, η καθαρή και αδιάλειπτη προσευχή, και η ευχαριστία προς το Θεό.

Τα αμαρτήματα του θυμικού είναι τα εξής:
Η ασπλαχνία, το μίσος, η ασυμπάθεια, η μνησικακία, ο φθόνος, ο φόνος και η συνεχής αυτών και των παρομοίων μελέτη.

Η ίαση και θεραπεία είναι η φιλανθρωπία, η αγάπη, η πραότητα, η φιλαδελφία, η συμπάθεια, η ανεξικακία και η καλοσύνη.

Του επιθυμητικού τα αμαρτήματα είναι τα εξής:
Η γαστριμαργία, η λαιμαργία, η οινοποσία, η πορνεία, η μοιχεία, η ακαθαρσία, η ασελγεία, η φιλοχρηματία, η επιθυμία της κενής δόξας, και η επιθυμία χρυσού και πλούτου και σαρκικών απολαύσεων.

Η ίαση και η θεραπεία αυτών είναι η νηστεία, η εγκράτεια, η κακοπάθεια, η ακτημοσύνη, το σκόρπισμα των χρημάτων στους φτωχούς, η επιθυμία των μελλόντων εκείνων αγαθών, ο πόθος της βασιλείας του Θεού και η επιθυμία της θείας υιοθεσίας.

Τώρα πρέπει να κάνουμε λόγο για την διάγνωση των εμπαθών λογισμών, από τους οποίους γίνεται η κάθε αμαρτία.

Οκτώ είναι οι βασικοί λογισμοί της κακίας:
1. ΤΗΣ ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΑΣ
2. ΤΗΣ ΠΟΡΝΕΙΑΣ
3. ΤΗΣ ΦΙΛΑΡΓΥΡΙΑΣ
4. ΤΗΣ ΟΡΓΗΣ
5. ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ
6. ΤΗΣ ΑΚΗΔΙΑΣ
7. ΤΗΣ ΚΕΝΟΔΟΞΙΑΣ
8. ΤΗΣ ΥΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑΣ.

Το να μας παρενοχλούν ή να μην μας παρενοχλούν οι οκτώ αυτοί λογισμοί, αυτό δεν είναι στην εξουσία μας. Το να επιμένουμε όμως σε αυτούς ή να μην επιμένουμε, να κινούμε τα πάθη ή να μην τα κινούμε αυτό είναι στην εξουσία μας.

Στους λογισμούς αυτούς διακρίνουμε τα εξής:
ΠΡΟΣΒΟΛΗ, ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ, ΠΑΛΗ, ΠΑΘΟΣ, ΣΥΓΚΑΤΑΘΕΣΗ, ΕΝΕΡΓΕΙΑ, ΑΙΧΜΑΛΩΣΙΑ.

Προσβολή είναι η απλή υπόμνηση του διαβόλου. «Κάνε τούτο ή εκείνο» όπως συνέβη στο Κύριο και Θεό μας. «Πες να γίνουν αυτές οι πέτρες ψωμιά» Ματθαίος 4,3. Αυτό, όπως είπαμε, δεν είναι στην εξουσία μας.

Συνδυασμός είναι η παραδοχή του λογισμού που μας υποβάλλει ο εχθρός, και με ένα τρόπο, η μελέτη του πονηρού λογισμού και ηδονική συνομιλία με την προαίρεσή μας.

Πάθος είναι η έξη που δημιουργείται από τον συνδυασμό του λογισμού που υποβάλει ο εχθρός, και η κατά κάποιο τρόπο συνεχής μελέτη και φαντασία.

Πάλη είναι η αντίσταση στο λογισμό που γίνεται ή προς κατάργηση του πάθους που αυτός περιέχει – δηλαδή του εμπαθούς λογισμού – ή προς συγκατάθεση, καθώς λέει ο Απόστολος: «Η σάρκα επιθυμεί κατά του πνεύματος και το πνεύμα κατά της σαρκός, και αυτά είναι αντίθετα μεταξύ τους». (Γαλ. 5,17.)

Αιχμαλωσία είναι η βίαιη και αθέλητη απαγωγή της καρδιάς που τυραννιέται από προηγούμενο εθισμό στην αμαρτία και μακρά συνήθεια.

Συγκατάθεση είναι η συγκατάνευση στο πάθος που περιέχει ο λογισμός.

Ενέργεια είναι η ίδια η πράξη του εμπαθούς λογισμού, στον οποίο συγκατατεθήκαμε.

Εκείνος λοιπόν που αντιμετωπίζει απαθώς το πρώτο, δηλαδή την προσβολή, ή το διώχνει αμέσως με αντίρρηση και σταθερότητα, έκοψε με μια και όλα τα επόμενα.

Η κατάργηση των οκτώ παθών ας γίνεται με τον εξής τρόπο:

Με την εγκράτεια καταργείται η γαστριμαργία.
Με τον θείο πόθο και την επιθυμία των μελλόντων αγαθών καταργείται η πορνεία.
Με την συμπάθεια προς τους φτωχούς καταργείτε η φιλαργυρία.
Με την αγάπη και την καλοσύνη προς όλους καταργείται η οργή.
Με την πνευματική χαρά καταργείται η κοσμική λύπη.
Με την υπομονή, την καρτερία και την ευχαριστία προς τον θεό καταργείται η ακηδία.
Με την κρυφή εργασία των αρετών και την συνεχή προσευχή με συντριβή καρδιάς, καταργείται η κενοδοξία.
Με το να μην κρίνει κανείς τον άλλο, ή να τον εξευτελίζει, όπως έκανε ο αλαζόνας Φαρισαίος, αλλά να νομίζει τον εαυτό του τελευταίο από όλους καταργείται η υπερηφάνεια.

Έτσι λοιπόν αφού ελευθερωθεί ο νους από τα παραπάνω πάθη και ανυψωθεί στο Θεό, ζει από εδώ τη μακάρια ζωή και δέχεται τον αρραβώνα του Αγίου Πνεύματος. Και όταν φύγει από εδώ, έχοντας απάθεια και αληθινοί γνώση, στέκεται μπροστά στο φως της Αγίας Τριάδος, και καταφωτίζεται μαζί με τους αγίους αγγέλους στους απέραντους αιώνες.

Η ψυχή λοιπόν όπως προαναφέραμε, έχει τρία μέρη:
1. λογισμός
2. θυμός.
3. επιθυμία.

Όταν στο θυμικό μέρος υπάρχει αγάπη και φιλανθρωπία, και στην επιθυμία καθαρότητα και σωφροσύνη, τότε ο λογισμός είναι φωτισμένος. Όταν όμως στο θυμικό μέρος υπάρχει μισανθρωπία και στο επιθυμητικό υπάρχει ακολασία, τότε ο λογισμός είναι σκοτισμένος.

Ο λογισμός τότε υγιαίνει και σωφρονεί και φωτίζεται, όταν έχει τα πάθη υποταγμένα, και θεωρεί πνευματικά τους λόγους των κτισμάτων του Θεού και ανυψώνεται προς την μακάρια Αγία Τριάδα.

Ο θυμός τότε κινείται κατά φύση, όταν αγαπά όλους τους ανθρώπους, και δεν έχει εναντίον κανενός λύπη ή μνησικακία.

Η δε επιθυμία όταν με την ταπεινοφροσύνη, την εγκράτεια και την ακτημοσύνη νεκρώσει τα πάθη, δηλαδή την ηδονή της σαρκός, και τον πόθο των χρημάτων και της πρόσκαιρης δόξας, και στραφεί προς το θείο και αθάνατο έρωτα.Γιατι η επιθυμία κινείται προς τρία πράγματα. Είτε προς την σαρκική ηδονή, είτε προς την μάταιη δόξα, ή προς απόκτηση χρημάτων. Και για την παράλογη αυτή έφεση καταφρονεί τον Θεό και τις άγιες εντολές του, λησμονεί τη θεϊκή ευγένεια, γίνεται θηρίο εναντίον του πλησίον, σκοτίζει τον λογισμό και δεν αφήνει να στραφεί και να δει την αλήθεια.

Ενώ εκείνος που απόκτησε ανώτερο φρόνημα, όπως προείπαμε, απολαμβάνει από εδώ την βασιλεία των ουρανών και ζει μακάρια ζωή αναμένοντας τη μακαριότητα που προορίζεται για όσους αγαπούν τον Θεό. Αυτής είθε ν` αξιωθούμε κι εμείς με την χάρη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Αμήν.

Πρέπει να γνωρίζουμε και αυτό:

Ότι δεν μπορούμε να φτάσουμε στο μέτρο κάποιας αρετής, παρά με κοπιαστική φιλοπονία για την απόκτηση της και προσπαθώντας με όση δύναμη έχουμε σε όλη μας την ζωή, όπως λόγου χάρη για την ελεημοσύνη, την εγκρατεια, την προσευχή, την αγάπη, ή κάποια από τις γενικές αρετές.

Από αυτές, μερικώς ο καθένας ασκεί κάποια αρετή. Λ.χ. ασκεί κανείς πότε – πότε την ελεημοσύνη, αλλά επειδή την ασκεί λίγο, δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε ελεήμονα, κι ακόμα περισσότερο όταν δεν το κάνει αυτό καλά και θεάρεστα. Γιατί το καλό δεν είναι καλό όταν δεν γίνεται καλά.

Αλλά καλό είναι πράγματι όταν δεν απολαμβάνει εδώ το μισθό του από οποιαδήποτε αιτία, για παράδειγμα από ανθρωπαρέσκεια λόγο καλής φήμης, ή επιδίωξη δόξας, ή από πλεονεξία, και αδικία. Επειδή ο Θεός δεν ζητεί εκείνα που γίνονται και νομίζονται καλά, αλλά εξετάζει το σκοπό για τον οποίο γίνεται.

Όπως λένε και οι θεοφόροι Πατέρες, όταν ο νους λησμονήσει το σκοπό της ευσέβειας, τότε και το έργο που είναι φανερά ενάρετο, γίνεται ανώφελο. Και εκείνα που γίνονται χωρίς διάκριση και σκοπό, όχι μόνο δεν ωφελούν και αν ακόμη είναι καλά, αλλά βλάπτουν.

Το αντίθετο συμβαίνει με εκείνα που νομίζονται κακά, γίνονται όμως με θεοσεβή σκοπό. Όπως εκείνος που μπήκε στο πορνείο, και τράβηξε από εκεί την πόρνη.

Από αυτό γίνεται φανερό, ότι δεν είναι ελεήμων εκείνος που έκανε λίγες φορές την ελεημοσύνη, ούτε είναι εγκρατής εκείνος που εγκρατεύθηκε λίγο, αλλά εκείνος που παρά πολλές φορές και σε όλη του τη ζωή εργάστηκε ολικά την αρετή με ασφαλή διάκριση. Γιατι η διάκριση είναι μεγαλύτερη από όλες τις αρετές, επειδή είναι βασίλισσα και αρετή των αρετών.

Όπως πάλι και για τα αντίθετα:

Δεν λέμε πόρνο ή μέθυσο ή ψεύτη εκείνον που μια φορά γλίστρησε σε αυτά, αλλά εκείνον που πέφτει συχνά σ` αυτά και μένει αδιόρθωτος.

Κοντά σε όσα είπαμε πρέπει να γνωρίσουμε και τούτο, που είναι και αναγκαιότατο σ` όλους εκείνους που έχουν ζήλο να κατορθώσουν την αρετή και επιμελούνται να αποφύγουν την κακία. Ότι δηλαδή, όσο η ψυχή είναι ασυγκρίτως καλύτερη από το σώμα και σε πολλά και μέγιστα σημεία είναι σπουδαιότερη και πιο πολύτιμη, τόσο οι ψυχικές αρετές (και μάλιστα εκείνες που μιμούνται το Θεό και έχουν το Όνομα του), είναι ανώτερες από τις σωματικές αρετές.

Αντίθετα πρέπει να νοούμε για τις ψυχικές κακίες, ότι διαφέρουν από τα σωματικά πάθη και ως προς τις ενέργειες τους και ως προς την έκτιση των τιμωριών που επιβάλλονται σ` αυτές, αν και στους πολλούς, δεν ξέρω πως, αυτό τους διαφεύγει. Γιατί τη μέθη, την πορνεία, τη μοιχεία, την κλοπή και τα παραπλήσια με αυτά, τα προσέχουν και τα αποφεύγουν, ή τα τιμωρούν, επειδή φαίνονται στους πολλούς βδελυρά. Απέναντι όμως στα ψυχικά πάθη, που είναι χειρότερα και βαρύτερα από αυτά και που οδηγούν στην κατάσταση των δαιμόνων και στην αιώνια κόλαση που τους περιμένει όσους τα ακολουθούν χωρίς διόρθωση, μένουν αδιάφοροι.

Εννοώ δηλαδή το φθόνο, τη μνησικακία, την πονηρία, την αναισθησια, την φιλαργυρία που ο Απόστολος την θεωρεί ρίζα όλων των κακών, και τα όμοιά της.

Μιλήσαμε γι` αυτά με όλη την αμάθεια και την αφέλεια μας, κάνοντας μια ευσύνοπτη και σαφή έκθεση του λόγου περί των αρετών και παθών, για να μπορεί κανείς εύκολα να διακρίνει και να εξακριβώνει τη διαίρεση και τη διαφορά τους με ακρίβεια και σαφήνεια. Γι` αυτό και μιλήσαμε για το καθένα με τρόπους και από πολλές απόψεις, ώστε, αν είναι δυνατόν, καμία πλευρά της αρετής ή της κακίας να μην αγνοείται.

Ακόμη για να επιδιώξουμε με χαρά τις αρετές και μάλιστα τις ψυχικές που προσεγγίζουμε στο Θεό, και για να αποφύγουμε τις κακίες με όλη μας την δύναμη. Γιατι είναι αληθινά μακάριος εκείνος που ζητά την αρετή και την ασκεί και εξετάζει με επιμέλεια τι είναι αρετή, επειδή με αυτήν πλησιάζει τον Θεό και ενώνεται νοερά μ` Αυτόν.

Φρόνηση, ανδρεία, σοφία, αληθινή γνώση, και πλούτος αναφαίρετος είναι κυρίως το να ανυψώνεται ο άνθρωπος με την πρακτική αρετή στην θεωρία του Δημιουργού.

Η αρετή λέγεται έτσι από το ρήμα «αιρείσθαι», γιατι είναι αιρετή και θελητή, επειδή κάνουμε αυτοπροαίρετα και θεληματικά το αγαθό, κι όχι χωρίς να θέλουμε και αναγκαστικά.

Η φρόνηση πάλι λέγεται έτσι, γιατι φέρνει στο νου τα ωφέλιμα.

Αν θέλεις, ας προσθέσουμε στον αφελή αυτό λόγο, σαν χρυσή σφραγίδα, και λίγα περί του «κατ` εικόνα και ομοίωσιν» του πιο τιμημένου από όλα τα κτίσματα του Θεού, δηλαδή τον άνθρωπο.

Το νοερό και λογικό ζώο, ο άνθρωπος, μόνο από όλα τα κτίσματα είναι «κατ` εικόνα και ομοίωσιν» του Θεού.

Κάθε άνθρωπος λέγεται «κατ` εικόνα Θεού» για το αξίωμα του νου και της ψυχής, δηλαδή το ακατάληπτο, το αόρατο, το αθάνατο, το αυτεξούσιο. Και ακόμη για την ικανότητα να άρχει, να τεκνοποιεί και να οικοδομεί.

«Καθ` ομοίωσιν» λέγεται για την αρετή και τις πράξεις με τις οποίες μιμείται το Θεό και έχουν το όνομα του Θεού. Δηλαδή, το να δείχνει φιλανθρωπία προς τους συνανθρώπους του, να οικτίρει, να ελεεί και να αγαπά τους συνδούλους του, να δείχνει στους άλλους κάθε ευσπλαχνία και συμπάθεια. «Να γίνετε, (λέει ο Χριστός και Θεός), σπλαχνικοί, όπως είναι σπλαχνικός και ο ουράνιος Πατέρας σας» Λουκάς 6,36.

Το «κατ` εικόνα» το έχει κάθε άνθρωπος, γιατί ο Θεός δεν ανακαλεί τα χαρίσματά του. Το «καθ` ομοίωσιν», όμως το έχουν σπάνιοι και μόνο οι ενάρετοι και άγιοι, οι οποίοι μιμούνται – κατά το δυνατό σε ανθρώπους – την αγαθότητα του Θεού.

Είθε κι εμείς να αξιωθούμε την υπεράγαθη φιλανθρωπία του Θεού, αφού Του φανούμε ευάρεστοι με την αγαθοεργία και γίνουμε μιμητές εκείνων που έχουν ευαρεστήσει από αιώνων τον Χριστό.

Γιατί σε Αυτόν ανήκει το έλεος και σε Αυτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του, και το πανάγιο και αγαθό και ζωοποιό Πνεύμα Του, τώρα και πάντοτε και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



Βιβλιογραφία. ΦΙΛΟΚΑΛΙΑ ΤΩΝ ΙΕΡΩΝ ΝΗΠΤΙΚΩΝ.
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΟ ΠΕΡΙΒΟΛΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
ΤΟΜΟΣ Β. ΕΚΔΟΣΗ Δ

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2009

ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΣΤΟ ΘΕΟ

ΤΑ ΤΡΙΑ ΔΕΝΤΡΑ.


Είναι μια φαινομενικά απλοϊκή ιστορία. Ένα παραμύθι. Έχει όμως ένα βαθύ και μεγάλο δίδαγμα.

*********************

Ήταν μια φορά σ' ένα δάσος τρία δέντρα.

Το καθένα από αυτά είχε για τον εαυτό του έναν οραματισμό - μια προοπτική.



Το πρώτο επιθυμούσε να αξιωθεί να γίνει κάποια στιγμή ένα πολύτιμο μπαούλο. ξυλόγλυπτο. όμορφα σκαλισμένο, που μέσα του θα φυλάσσεται ένας πολύτιμος θησαυρός. Αυτό ήταν το όραμα του και η προοπτική του.



Το δεύτερο δένδρο ήθελε να αξιωνόταν να γίνει στα χέρια ενός καλού ναυπηγού ένα μεγάλο καράβι. γερό σκαρί' όμορφο, μεγαλόπρεπο- που θα μετέφερε βασιλιάδες και επίσημα πρόσωπα. που θα έκανε ταξίδια υψηλών προσώπων.



Το τρίτο δένδρο έλεγε ότι το μόνο που θα ήθελε ήταν να είχε γίνει το πιο ψηλό και πιο δυνατό δένδρο του δάσους. έτσι ώστε οι άνθρωποι, που θα βλέπουν το ύψος του στην κορυφή του λόφου, να σκέπτονται τον Ουρανό και τον θεό.


Όμως πέρασαν τα χρόνια. Και τα πράγματα εξελίχθηκαν κάπως αλλιώς.

Πήγαν υλοτόμοι.



Και έκοψαν το πρώτο δένδρο. Και ενώ σχεδίαζε και ποθούσε να γίνει όμορφο ξυλόγλυπτο μπαούλο για θησαυρούς, ο ξυλουργός το έκαμε δοχείο για την τροφή των ζώων παχνί για τα άχυρα των ζώων.



Το δεύτερο δένδρο, που ήθελε να γίνει ωραίο καράβι, για να μεταφέρει βασιλιάδες, έγινε ένα μικρό ψαροκάικο, που τόχαν φτωχοί ψαράδες να ψαρεύουν.



Το τρίτο δένδρο, που ήθελε να μείνει το ψηλότερο του δάσους το έκοψε κάποιος ξυλοκόπος και το έβαλε στην αποθήκη του.


Περνούσαν χρόνια. Και τα δέντρα, απογοητευμένα από την εξέλιξη των πραγμάτων, ξέχασαν ακόμα και τα όνειρά τους.

Όμως κάποια μέρα ένας άνδρας και μια γυναίκα ήλθαν στον στάβλο, που ήταν εκείνο το ξύλινο παχνί με τα άχυρα και εκεί η γυναίκα γέννησε ένα αγοράκι και το τοποθέτησαν στο παχνί που είχε φτιαχτεί από το πρώτο δένδρο. Ήταν ο Ιωσήφ και η Παναγία Θεοτόκος. Και απόθεσαν σ' εκείνο το ξύλινο παχνί όχι απλώς διαμάντια και χρυσάφια, αλλά τον ίδιο τον θεό, που είχε γίνει άνθρωπος για μας. Έτσι αξιώθηκε αυτό το παχνί, η φάτνη, να δεχτή μέσα της το θησαυρό των θησαυρών, τον ίδιο τον Θεό.


Στο μικρό ψαροκάικο -που είχε γίνει από το δεύτερο δένδρο- μετά από χρόνια μπήκαν κάτι ψαράδες. ένας απ' αυτούς κουρασμένος ξάπλωσε να κοιμηθεί. Είχαν ανοιχθεί στη θάλασσα. Και ξέσπασε μια μεγάλη τρικυμία. Και το ψαροκάικο δεν ήταν αρκετά δυνατό για να κρατήσει. Οι άλλοι τότε ξύπνησαν εκείνον που κοιμόταν. Και εκείνος τότε σηκώθηκε. Και διέταξε την φουρτουνιασμένη θάλασσα: «Σιώπα. πεφίμωσο». Και η θάλασσα ειρήνεψε αμέσως. Ήταν ο Χριστός μαζί με τους μαθητές του στη λίμνη Γεννησαρέτ. Έτσι και το δεύτερο δένδρο, που είχε φιλοδοξήσει να γίνει μεγάλο πλοίο, που θα μετέφερε υψηλά πρόσωπα και βασιλιάδες, αξιώθηκε να μεταφέρει τον βασιλέα των βασιλέων, τον ίδιο τον Χριστό με τους μαθητές Του!


Και το τρίτο δένδρο, που ήταν στην αποθήκη του ξυλουργού, μια μέρα το πήραν και έκαναν ένα σταυρό' Και σ' αυτόν τον σταυρό σταύρωσαν τον Χριστό. Έτσι το δένδρο αυτό έγινε πω ψηλό από ό,τι είχε επιθυμήσει. Έφθασε στον ουρανό και στον θεό! Έγινε, όπως λέμε σε ένα τροπάριο, ουρανού Ισοστάσιο.

Τελικά, το κάθε ένα από τα δένδρα της ιστορίας μας απόκτησε όχι μόνο αυτό που ήθελε και ποθούσε, αλλά ασυγκρίτως περισσότερα. όχι όμως με τον τρόπο που φανταζόταν και σχεδίαζε.

Η ιστορία αυτή μας λέει:
Δεν γνωρίζουμε ποιο είναι το θέλημα του θεού για μας. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε ποτέ, ότι εκείνο που μας ετοιμάζει ο Θεός, είναι πάντα προτιμότερο και ωφελιμότερο για μας.


Εμείς πρέπει να κάνουμε όνειρα. Για το καλό. Πρέπει όμως να μην ξεχνάμε και ότι τα πράγματα δεν εξελίσσονται όπως εμείς θα θέλαμε. Και ότι ο Θεός οικονομεί και γίνονται καλύτερα από ό,τι εμείς φανταζόμαστε.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ
Ας έχουμε πίστη. Πίστη και εμπιστοσύνη στον Θεό

Τετάρτη 26 Αυγούστου 2009

ΕΚΚΛΗΣΙΑ - ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ - ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ

Υπό πόσων επολεμήθη η Εκκλησία, αλλ’ ουδέποτε ενικήθη; Πόσοι τύραννοι; Πόσοι στρατηγοί; Πόσοι βασιλείς; Αύγουστος, Τιβέριος, Γάϊος, Κλαύδιος, Νέρων, άνθρωποι λόγοις τετιμημένοι, δυνατοί…οι μεν πολεμήσαντες σεσίγηνται και λήθη παραδίδονται, η δε πολεμηθείσα τον ουρανόν υπερέρει….Επολεμήθησαν ένδεκα μαθηταί, και η οικουμένη επολέμει, οι δε πολεμηθέντες ενίκησαν, και οι πολεμήσαντες ανηρέθησαν. Τα πρόβατα των λύκων περιεγένοντο….ευκολότερον τον ήλιον σβεσθήναι, ή την Εκκλησίαν αφανισθήναι.


Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος

Σάββατο 4 Ιουλίου 2009

ΠΟΝΟΣ – ΥΠΟΜΟΝΗ (Π. ΚΑΛΛΙΣΤΡΑΤΟΣ ΛΥΡΑΚΗΣ – ΓΙΑΤΙ Ο ΠΟΝΟΣ ΣΤΗ ΖΩΗ ΜΑΣ;)

Η παρουσία του πόνου στη ζωή μας
Οποιοδήποτε αξίωμα, όσα χρήματα, οσεσδήποτε επιστημονικές γνώσεις και αν κατέχει ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποφύγει τις θλίψεις στη ζωή του. Είναι αδύνατο η θλίψη να μη χτυπήσει την πόρτα κάθε σπιτιού είτε είναι πολυτελές μέγαρο είτε φτωχή καλύβα.
Που θα στρέψει ο άνθρωπος το βλέμμα του και δεν θα αντικρύσει τον πόνο ; Πουθενά. Το βεβαιώνουν τα νοσοκομεία, τα ποικίλα θεραπευτήρια, τα άσυλα του πόνου κλπ. Αμέτρητες οι ασθένειες, αμέτρητοι οι ασθενείς. Υποφέρουν και μαζί τους υποφέρουν και οι οικείοι τους. Τη μεγαλύτερη όμως θλίψη τη φέρνει ο θάνατος.
Βέβαια υπάρχουν ένα σωρό άλλα γεγονότα στη ζωή μας τα οποία μπορούν να μας προκαλέσουν πόνο. Χρεοκοπίες, αποτυχίες στο γάμο, συκοφαντίες, φτώχια, ανεργία, οικογενειακά προβλήματα κλπ. Κλαίνε οι γονείς για το θάνατο του μονάκριβου παιδιού. Κλαίνε τα παιδιά διότι στερήθηκαν τη στοργική μητέρα τους. Κλαίει η σύζυγος διότι απέτυχε στην εκλογή συντρόφου διότι είναι μέθυσος, άσωτος, χαρτοπαίκτης. Διότι συμπεριφέρεται απέναντί της με τρόπο βάρβαρο, τυραννικό και απάνθρωπο. Πονάει ο σύζυγος διότι η γυναίκα του αποδεικνύεται φιλόνικος, γλωσσώδης, σπάταλη, που δεν έχει το νου στο νοικοκυριό, αλλά στους χορούς, τις διασκεδάσεις, τις κρουαζιέρες, τις ατελείωτες δεξιώσεις, τα χαρτιά, τη μόδα. Πονούν και οι δύο διότι τα παιδιά τους είναι κακότροπα, ανήθικα και ατίθασα.
Για τις ευαίσθητες ψυχές ο πόνος είναι περισσότερο οξύς και οδυνηρός και έχει αντίκτυπο και στο σώμα: στομαχικές διαταραχές, αϋπνίες, άγχη, έλλειψη ψυχικής γαλήνης. Ακόμη και η σκέψη, το συναίσθημα και η θέληση υφίστανται τις συνέπειες της θλίψης.
Στις ώρες αυτές του πόνου μας κυριεύει αθυμία, μελαγχολία, δειλία, ταραχή και μεγάλη λύπη. Πολλές φορές ο Δαβίδ στενάζει, όπως π.χ. στο ΝΔ΄ψαλμό: «Η καρδιά μου στα βάθη μου έχει κυριευθεί από ταραχή και αγωνία. Φόβος και τρόμος και δειλία παραλύουν τις δυνάμεις μου μπροστά στον κίνδυνο του θανάτου που πλησιάζει. Σκοτάδι αθυμίας και φρίκης σκεπάζει τα μάτια μου και δεν βλέπω καμιά διέξοδο γύρω μου». Σε παρόμοια περίπτωση ο μεγάλος και ατρόμητος προφήτης Ηλίας, όταν τον κατεδίωκε η Ιεζάβελ, είπε στο Θεό: «Πάρε την ψυχή μου Κύριε. Στείλε μου τη λύτρωση του θανάτου» (Γ’ Βασιλ. ΙΘ’ 4). Το ότι η ανθρώπινη φύση είναι ασθενής και κάμπτεται στις μεγάλες δοκιμασίες της ζωής, μας το φανέρωσε και ο ίδιος ο θεάνθρωπος Κύριος λέγοντας στον κήπο της Γεθσημανή: «Καταλυπημένη είναι η ψυχή μου μέχρι σημείου που να κινδυνεύω να πεθάνω από τη λύπη» (Ματθ. ΚΣΤ΄38).
Ωστόσο ο άνθρωπος είναι πλασμένος για τη χαρά και το πλήρωμα της χαράς του επιφυλάσσει ο Θεός στον ουρανό. Όμως σ’ αυτό τον κόσμο συνήθως η χαρά είναι ζυμωμένη με τη λύπη. Το είχαν διαπιστώσει και οι αρχαίοι μας πρόγονοι και γι’ αυτό έλεγαν: «Παράδοξο πράγμα να βρει κανείς άνθρωπο που σε όλη του τη ζωή να είναι ευτυχισμένος» (Τέρας, ει τις δια παντός του βίου ηυτύχησεν). Για τη συντριπτική πλειοψηφία των οδοιπόρων αυτής της ζωής ισχύει ο κανόνας της θλίψης, της δοκιμασίας, του πόνου, των δακρύων. Γι’ αυτό και η ζωή παρουσιάζεται ως ένα κρεμμύδι, που όσο περισσότερο το ξεφλουδίζει ο άνθρωπος τόσο περισσότερο δακρύζει. Δυστυχώς τα βάσανα πολλές φορές γίνονται βουνά αβάσταχτα που πλακώνουν τον άνθρωπο, τον λυγίζουν, τον γονατίζουν και τον κάνουν να μελαγχολεί. Έτσι χάνει τη χαρά και της παρούσας ζωής αλλά και της άλλης (εάν δεν κρατήσει σωστή στάση απέναντι στον πόνο).

Οι Ψευδολύσεις της φυγής
Τι λοιπόν πρέπει να κάνει ο άνθρωπος ; Εάν θελήσει με τις δικές του δυνάμεις ή τα πλούτη του να αντιμετωπίσει τον πόνο, θα ματαιοπονεί. Πριν όμως δούμε τι πρέπει να κάνει, ας δούμε την τακτική που ακολουθούν οι πολλοί.
(α) Ταξίδια: Πολλοί ακολουθούν την τακτική της φυγής. Αλλάζουν παραστάσεις. Όμως τα ταξίδια δεν μπορούν να κάνουν τον άνθρωπο να ξεχάσει για πάντα. Επίσης τα ταξίδια δεν είναι προσιτά σε όλους (κόστος, χρόνος, σωματική κατάσταση, υποχρεώσεις). (β) Διασκεδάσεις: Αυτοί οι άνθρωποι προσπαθούν με τα γέλια, το ποτό, ίσως τα ναρκωτικά και άλλες διασκεδάσεις να ναρκώσουν τα νεύρα του πόνου. Όταν όμως περάσουν αυτά, ενοχλούνται πιο έντονα από τον πόνο. (γ) Διάβασμα: πράγματι η μελέτη βιβλίων βοηθάει. Όμως όταν το μυαλό επιστρέφει στην καθημερινότητα, ο πόνος καταλαμβάνει την ψυχή.
Οι παραπάνω μέθοδοι δεν έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα διότι ο άνθρωπος δεν είναι μόνο νους ή μόνο αισθήσεις. Κυρίως και προπαντός είναι καρδιά που αισθάνεται. Αν παρομοιάσουμε το νου με ποτάμι, τότε η καρδιά είναι η πηγή από την οποία αυτό πηγάζει. Όσο και αν θελήσουμε να θολώσουμε τα νερά, με άλλες εικόνες και παραστάσεις, στο τέλος τα νερά θα ξεθολώσουν και ο πόνος που προέρχεται από την πηγή θα μεγαλώσει. Γι’ αυτό όπως έλεγε και ο Ιώβ «Παρακλήτορες κακών πάντες» (Ιώβ ΙΣΤ΄ 2), δηλαδή όλοι είναι παρηγορητές κακών, που αυξάνουν τον πόνο. Οι παραπάνω συμβουλές δεν έχουν ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Υπάρχει τελικά λύση στη θλίψη ; Ναι υπάρχει ! Για να λυτρωθεί ο άνθρωπος από τον πόνο και να εξέλθει νικητής απαιτείται να οπλισθεί με μια άλλη δύναμη, πολύ ανώτερη από τη δική του. Η δύναμη αυτή είναι η δύναμη της ΠΙΣΤΗΣ. Μόνο η χριστιανική πίστη μπορεί να εισχωρήσει στην πηγή του πόνου και να αναπαύσει το πνεύμα.

Η αιτία του πόνου
Γιατί να πονώ και να υποφέρω; Γιατί τόσο πολύ εμένα με τιμωρεί ο Θεός; Η απάντηση δεν είναι πάντα εύκολο να δοθεί. Όπως λέει ο Απ. Παύλος: «Τις γαρ έγνω νουν Κυρίου; Ή τις σύμβουλος αυτού εγένετο; Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού» (Ρωμ. ΙΑ΄ 34, 33), δηλαδή ποιος γνώρισε τη σκέψη και τις βουλές του Κυρίου; Ή ποιος έγινε σύμβουλός τους; Πόσο υπερβαίνουν την ανθρώπινη έρευνα οι κρίσεις και οι αποφάσεις Αυτού, και πόσο είναι αδύνατο στο νου του ανθρώπου να παρακολουθήσει τις αγαθές μεθόδους του Θεού, με τις οποίες σώζει τους ανθρώπους. Σε πολλά ερωτήματα ο άνθρωπος βρίσκει απάντηση: γιατί πεινώ; Διότι δεν έφαγα. Γιατί νυστάζω; Διότι δεν κοιμήθηκα.
Γιατί όμως πονώ ;
Οι ορθολογιστές και υλιστές απαντούν ότι ο πόνος προειδοποιεί τον άνθρωπο πως κάτι κακό συμβαίνει στον οργανισμό του. Έτσι μπορεί ο άνθρωπος να λάβει τα μέτρα του. Η απάντηση αυτή δεν ευσταθεί. Αν η αποστολή του πόνου ήταν αυτή τότε γιατί η προειδοποίηση αυτή γίνεται σχεδόν πάντα όταν ο κίνδυνος είναι μικρός και σπανιότατα, όταν είναι μεγάλος; Π.χ. εγκεφαλικά, καρκίνος κλπ.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό χαρούμενος και όχι θλιμμένος. Εάν δεν παρέβαινε την εντολή η παραδεισένια ζωή θα συνεχιζόταν δια μέσου των αιώνων. Η υπακοή του στο Θεό και το θέλημά Του, θα διατηρούσε συνεχώς, χωρίς θλίψεις και προβλήματα, την πορεία της ζωής του. Όμως μετά την παρακοή, δίκαια έλαβε το μισθό του: θλίψεις και πόνοι. Πολλές φορές μάλιστα ο άνθρωπος τα βάζει με το Θεό. Ο σοφός Σολομών λέει σχετικά: «Αφροσύνη ανδρός λυμαίνεται τας οδούς αυτού, τον δε Θεόν αιτιάται τη καρδία». Δηλαδή η ανοησία και η απερισκεψία γίνονται πολλές φορές η αιτία να συμβαίνουν στον άνθρωπο πειρασμοί, στενοχώριες και συμφορές. Και αντί ο άνθρωπος να τα βάλει με τον εαυτό του τα βάζει με το Θεό ! Αντί να κλάψει και να συντριβεί και να μετανοήσει και να ζητήσει το έλεος του Θεού, με αναίδεια και προκλητικότητα τα βάζει με το Θεό.
Όμως «Ο Θεός απείραστος εστί κακών, πειράζει δε αυτός ουδένα» (Ιακ. Α΄ 13). Ο Θεός ποτέ δεν είναι δυνατόν να πειρασθεί από κάτι κακό και πονηρό, γι’ αυτό και ποτέ δεν γίνεται αιτία να προκαλέσει πειρασμό και θλίψη στους άλλους. Ο Θεός οποιαδήποτε δοκιμασία και αν επιτρέψει στον άνθρωπο, αποβλέπει να τον καταστήσει δόκιμο αθλητή, άξιο να στεφανωθεί. Ακόμα και στις περιπτώσεις που εμείς φταίμε, Τον βλέπουμε να ζητάει να βγάλει από το πικρό γλυκύ. Μας αφήνει για ένα διάστημα να κλάψουμε και να καταλάβουμε τα λάθη μας. Μόλις όμως περάσει λίγος καιρός, κατά τρόπο θαυμαστό και θείο φέρνει έτσι τα πράγματα ώστε ο πόνος μας να βγάλει καλό. Μεταβάλλει την περίοδο της θλίψης σε ευκαιρία πολύτιμη, σε σχολή πνευματική, επιζητώντας να μας μορφώσει για την αιωνιότητα. Χρησιμοποιεί τον πόνο ως τον πλέον πεπειραμένο παιδαγωγό για να μας διδάξει αλήθειες, που με άλλο τρόπο δεν θα μπορούσαμε να διδαχθούμε. Για να ανακαλύψουμε τη σπίθα της καλής διάθεσης της ψυχής μας, που κάπου είναι κρυμμένη και σκεπασμένη κάτω από τις βιοτικές μέριμνες και κοσμικές ενασχολήσεις μας. Οι μαλακωμένες από τον πόνο ψυχές είναι σαν τα περιστέρια: έτοιμες να πετάξουν προς το Θεό. Να γίνουν καλύτερες. Να προοδεύσουν στην αρετή. Υπάρχουν όμως και ψυχές που είναι σαν τα βατράχια. Σκληρύνονται από τον πόνο και αρχίζουν την κτηνώδη ζωή, όπως τα βατράχια βουτούν στη λάσπη της λίμνης. Εμείς τι απ’ τα δύο θέλουμε να είμαστε; Αν αγωνιζόμαστε να είμαστε περιστέρια τότε να μη φοβόμαστε. Εύκολα θα πετάμε όταν τα βήματα του πόνου ακουστούν. Εύκολα θα καταφεύγουμε στο Θεό. Και εκεί θα βρίσκουμε τη χαρά, την ειρήνη και την παρηγοριά.

Ο Σκοπός του Πόνου
Δυστυχώς η καθημερινή πείρα έχει δείξει ότι η καλή υγεία, οι οικονομικές ανέσεις, τα πολλά αγαθά κλπ. τα οποία δίνει ο Θεός στα παιδιά Του, επειδή αυτά είναι κακομαθημένα και πνευματικά ακαλλιέργητα, αντί να τα χρησιμοποιούν όπως ορίζει ο Θεός, τα χρησιμοποιούν μόνο για τον εαυτό τους και γίνονται χειρότερα. Άλλωστε για τον Ισραηλιτικό λαό λέχθηκε κάποτε: «Και έφαγε Ιακώβ και ενεπλήσθη και απελάκτισεν ο ηγαπημένος. Ελιπάνθη, επαχύνθη, επλατύνθη και εγκατέλειψε τον Θεόν και απέστη από Θεού σωτήρος αυτού» (Δευτ. ΛΒ’ 15). Δηλαδή έφαγε ο Ισραηλιτικός λαός και χόρτασε με το παραπάνω. Και όμως αυτός ο λαός κλώτσησε το Θεό. Λιπάνθηκε και παχύνθηκε και αυξήθηκε σε λαό πολύ, και εγκατέλειψε το Θεό τον Σωτήρα του. Δυστυχώς τα ίδια συμβαίνουν σε κάθε εποχή. Μόλις ο λαός ανορθωθεί οικονομικώς και αισθανθεί ασφάλεια, εγκαταλείπει το Θεό. Η διασκέδαση και η σαρκολατρία αποτελούν κεντρικό ενδιαφέρον εκατομμυρίων ανθρώπων στην εποχή μας. Ως πότε όμως θα μακροθυμεί ο Θεός ; Γιατί δίνει και υποσχέσεις αλλά και απειλές: «εάν θέλητε και εισακούσητέ μου, τα αγαθά της γης φάγεσθε. Εάν δε μη θέλητε, μηδέ εισακούσητέ μου, μάχαιρα υμάς κατέδεται» (Ησ. Α’ 19-20). Σαφής προειδοποίηση. Καθαρή η υπόσχεση. Σαφέστατη η απειλή. Επομένως ο σκοπός των θλίψεων είναι αφυπνιστικός.
Δεν υπάρχει λοιπόν άλλος τρόπος να μας συγκινήσει ο Θεός και να μας ελκύσει στη μετάνοια; Όπως οι γονείς κάνουν το πάν με λόγια και συμβουλές να κατευθύνουν τα παιδιά τους, έτσι και ο Θεός. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που τα παιδιά δεν ακούνε, οπότε επιβάλλονται παιδαγωγικές τιμωρίες. Όπως λέει ο Δαβίδ: «Όταν απέκτεινεν αυτούς, τότε εξεζήτουν αυτόν και επέστρεφον και ώρθριζον προς αυτόν» (Ψαλμ. ΟΖ’ 34). Όταν τους τιμωρούσε με θάνατο, τότε ζητούσαν το Θεό από τα βαθιά χαράματα, και προτού ξημερώσει ήταν στο πόδι και παρακαλούσαν το Θεό. Αντίστοιχο παράδειγμα έχουμε και στο Μανασσή.
Η κακία μας, η φαυλότητα, η σκληρότητα και η αμετανοησία μας, υποχρεώνουν το Θεό να χρησιμοποιήσει το καυτήριο του πόνου. Ίσως τις στιγμές που το στοργικό χέρι του Θεού ανοίγει με το νυστέρι του τα αποστήματα των παθών μας, φωνάζουμε, αγανακτούμε και ίσως Τον θεωρούμε σκληρό. Όμως που να γνωρίζουμε πόσο μεγάλο σκοπό έχει η επέμβασή Του αυτή. Μέσω των θλιβερών περιστατικών της ζωής μας, ο Θεός μας καλεί να επιστρέψουμε κοντά Του. Όπως λέει και ο ψαλμός: «Εν ημέρα θλίψεώς μου τον Θεόν εξεζήτησα». Ο πόνος και η θλίψη μου με έκαναν να Σε αναζητήσω Θεέ μου. Και ο Ησαϊας λέει: «Παιδεία Κυρίου ανοίγει μου τα ώτα» (Ν’ 5). Η παιδαγωγική επέμβαση του Θεού μου ανοίγει τα αυτιά της ψυχής και με κάνει πρόθυμο να προσέχω πράγματα που άλλοτε περιφρονούσα.
Πολλά παραδείγματα υπάρχουν. Βλέπουμε τον Α ή τον Β επειδή έγιναν πλούσιοι ή κατέλαβαν κάποια θέση, αμέσως να διαστρέφονται εσωτερικά. Το παίρνουν πάνω τους, επαίρονται και περιφρονούν τους άλλους, φθάνοντας στο σημείο να νομίζουν ότι είναι ανώτεροι άνθρωποι και δεν έχουν την ανάγκη του Θεού. Αυτοί οι άνθρωποι δεν δέχονται να ακούσουν κανέναν. Για να μαλακώσει η ψυχή τους χρειάζεται συνήθως τράνταγμα μεγάλο. Ένα ατύχημα, μια πτώχευση, μια ασθένεια, μια οικογενειακή θλίψη τους μαλακώνει την ψυχή και αρχίζουν να σκέπτονται το Θεό. Και ο Χρυσόστομος συμπληρώνει: «Εκείνος που έχει άφθονα τα μέσα της ζωής, τον βλέπετε με πόση ταχύτητα και ευκολία τρέχει προς τα μονοπάτια της αμαρτίας. Εκείνος που με άνεση τα έχει όλα, τον βλέπετε ότι στην Εκκλησία όταν κηρύσσεται ο λόγος του Θεού είναι χαύνος και ράθυμος (απρόθυμος και κοιμισμένος)».
Γιατί όμως να δοκιμάζονται οι ευσεβείς; Όταν λέμε ευσεβής τι εννοούμε ; Τον άνθρωπο που απλά εκκλησιάζεται και κάπου-κάπου κοινωνεί χωρίς να γνωρίζουμε ποιος είναι στο βάθος; Ο άνθρωπος είναι μυστήριο σκοτεινό. Απ’ έξω μπορεί να παρουσιάζεται ως πρόβατο αλλά να είναι λύκος. Ας υποθέσουμε όμως ότι πράγματι κάποιος είναι ευσεβής, κι όμως δοκιμάζεται με θλίψεις. Πουθενά στη Γραφή δεν λέει «εσείς θα μου δίνετε ευσέβεια και Εγώ θα σας δίνω υγεία, καλοζωϊα και ευτυχία». Εάν υπήρχε κάτι τέτοιο τότε η ευσέβεια θα ήταν εμπόρευμα. Στην Αγία Γραφή ο χριστιανός παρουσιάζεται ως αγωνιστής: «Αγωνίζου τον καλόν αγώνα της πίστεως» (Α’ Τιμ. ΣΤ’ 12). Και ο Απόστολος Παύλος λέει: «δι’ υπομονής τρέχομεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. ΙΒ’ 1). Ο χριστιανός λοιπόν για να τονώσει την ψυχή του στην κατά Θεό ζωή δεν μπορεί να το επιτύχει παίζοντας και γελώντας. Αλλά δοκιμαζόμενος σκληρά αναδεικνύεται πραγματικός αγωνιστής του καλού αγώνα. Όπως λέει και ο Μ. Βασίλειος: «Όπως στο στάδιο φαίνεται ο καλός αθλητής, στην τρικυμία ο καλός κυβερνήτης και στο πόλεμο ο καλός στρατηγός, έτσι και ο καλός χριστιανός θα φανεί όταν τον δοκιμάσει η συμφορά και ο πειρασμός».


Ακόμα και οι μαθητές που ήταν συνεχώς με το Χριστό, είχαν και εκείνοι τις θλίψεις τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η τρικυμία. Ο Κύριος κοιμόταν και άρχισε τρικυμία. Οι μαθητές φοβήθηκαν. Ο Κύριος λοιπόν επέτρεψε την τρικυμία για να διδάξει τους Μαθητές αλλά και τους Χριστιανούς όλων των εποχών πως η αιώνια γαλήνη υπάρχει μόνο στον ουρανό. Και πως ακόμα και αν βρισκόμαστε συνεχώς κοντά στο Θεό, κάποιες στιγμές θα περάσουμε και εμείς μέσα από τρικυμίες, είτε λόγω των σφαλμάτων μας, είτε από την κακία των άλλων ανθρώπων. Ασφαλώς οι περισσότεροι δεν θέλουμε ούτε σταυρό ούτε αγώνα, αλλά υγεία, άφθονα χρήματα και ζωή χωρίς συμφορές. Αυτό όμως είναι μια παρεξηγημένη αντίληψη, διότι ο Χριστός είναι πάντοτε συνδεδεμένος με το σταυρό, με τον αγώνα, με τη θλίψη: «Εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξετε» (Ιω. ΙΣΤ’ 33). Είναι γενικός κανόνας από τον οποίο δεν εξαιρέθηκε ούτε ο Χριστός, ούτε η Παναγία ούτε κανείς Άγιος. Όπως τόνισε ο Ίδιος: «όστις θέλει οπίσω μου ελθείν απαρνησάσθω εαυτόν και αράτω τον σταυρόν αυτού και ακολουθείτω μοι» (Μαρκ. Η’ 34). Ασφαλώς η θλίψη είναι φωτιά η οποία κατακαίει τα ξύλα και τα ροκανίδια. Καθαρίζει όμως το χρυσάφι και το κάνει να λάμπει περισσότερο. Έτσι γίνεται και με εμάς: ότι ροκανίδια (πάθη και προσκολλήσεις) έχει μαζέψει η ψυχή, η θλίψη τα κατακαίει και αφήνει μέσα μας καθαρό μόνο όσο κομματάκι χρυσού (πίστης και αγάπης) έχουμε. Το αμπέλι για να κάνει σταφύλια δεν χρειάζεται μόνο την άνοιξη. Του είναι εξίσου απαραίτητος και ο χειμώνας με το χιόνι και τη βροχή. Έτσι είναι και για τους πιστούς οι θλίψεις. Η τρικυμία όμως της Γαλιλαίας μας αποκαλύπτει και κάτι άλλο: στις φουρτούνες της ζωής ο Θεός επεμβαίνει και προστατεύει τους πιστούς.

Η τιμωρία του να ζει κανείς χωρίς Θεό, είναι να υποφέρει χωρίς παρηγοριά. Ενώ οι πιστοί γνωρίζουν πόσο δυνατός είναι ο Χριστός που ακολουθούν. Συνεπώς γιατί να φοβούνται ; Γιατί να ανησυχούν; «Ισχύσατε και μη φοβείσθε». Αποτινάξατε λοιπόν το φόβο. Έχετε θάρρος και ελπίδα: «Κύριος των δυνάμεων μεθ’ ημών, αντιλήπτωρ ημών ο Θεός Ιακώβ». Ο Κύριος λοιπόν είναι μαζί μας, σκεπαστής και οδηγός στη ζωή μας.

Ας αναφέρουμε όμως και το παράδειγμα γονέων-παιδιών. Οι γονείς πολλές φορές τιμωρούν αυστηρά τα παιδιά τους προκειμένου να συμμορφωθούν με την ορθή αγωγή που τους δίνουν. Ο Θεός που είναι Πατέρας μας δεν πρέπει να ασχολείται με την αγωγή μας; Η Γραφή λέει: «Εκλέλησθε της παρακλήσεως ήτις υμίν ως υιούς διαλέγεται». Δηλαδή: μένετε απαρηγόρητοι διότι λησμονείτε ότι ο Θεός φέρεται απέναντι σας όπως εσείς στα παιδιά σας. Οι ρίζες κάθε παιδείας είναι πικρές. Οι καρποί όμως είναι γλυκείς. Λοιπόν μη δυσανασχετείς, σκληρύνεσαι και μένεις αμόρφωτος και αδιόρθωτος. Σε όσους, πάνω στη δοκιμασία, κλονίσθηκε η πίστη και η εμπιστοσύνη στο Θεό, δεν τα έχασαν μόνο αλλά περιέπεσαν σε τόση κατάθλιψη και απελπισία, ώστε να τους λυπάται κανείς. Κάθε πόνος και θλίψη είναι επέμβαση του Θεού για να μας σώσει από κάτι χειρότερο. Ο πόνος είναι εκδήλωση της αγάπης του Θεού.

Οι άνθρωποι, συνηθισμένοι πάντοτε να κολακεύουμε τους άλλους ή να υποχωρούμε στις αξιώσεις των παιδιών μας, θέλουμε την ίδια τακτική να εφαρμόζει και ο Θεός. Αυτή μας η στάση όμως είναι αρρωστημένη, διότι ευχαριστεί προσωρινά τον άλλο, δεν τον βοηθάει όμως στη ζωή του. Αντίθετα ένας συνετός πατέρας δεν διστάζει να ελέγξει και ποικιλοτρόπως να παιδαγωγήσει το παιδί του. Και γι’ αυτό λέει ο Σολομώντας και επαναλαμβάνει ο απ. Παύλος: «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δεν πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Εβρ. ΙΒ’ 6). Εκείνον που αγαπά ιδιαίτερα ο Θεός, τον παιδαγωγεί με θλίψεις. Καθένα δε που ως υιό Του τον αναγνωρίζει, τον μαστιγώνει με ποικίλες δοκιμασίες. Ο ιερός Χρυσόστομος σχολιάζοντας αυτό το χωρίο λέει: «Ουκ είπεν πας μαστιζόμενος υιός, αλλά πας υιός μαστιγούται». Δεν είναι απόδειξη ότι καθένας που τιμωρείται είναι και υιός. Αλλά κάθε άνθρωπος, που αναγνωρίζεται ως γνήσιο παιδί του Θεού, δοκιμάζεται. Και συνεχίζει ο ιερός Πατήρ: «Μαστίζονται γαρ και ανδροφόνοι και τυμβωρύχοι και γόητες και μοιχοί και πολλοί τοιούτοι. Αλλ’ οι μεν ως κακοί κολάζονται, ημείς ως υιοί παιδευόμεθα». Συνεχίζοντας και ο απ. Παύλος λέει: «Ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός. Τις γαρ εστίν υιός ον ου παιδεύει πατήρ;» (Εβρ. ΙΒ’ 7). Εάν λοιπόν με υπομονή και καρτερία δεχόμαστε τις θλίψεις και τις δοκιμασίες, ο Θεός συμπεριφέρεται προς εμάς ως παιδιά Του. Διότι ποιο παιδί υπάρχει που να μην το παιδαγωγεί ο πατέρας του; Και προσθέτει ο απ. Παύλος: «Ει δε χωρίς έστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί» (Εβρ. ΙΒ’ 8), δηλαδή αν όμως είστε χωρίς παιδαγωγία, στην οποία όλοι έχουν γίνει μέτοχοι, τότε είστε νόθοι και όχι υιοί.

Υπάρχουν πολλά παραδείγματα παιδαγωγίας τόσο στην Αγία Γραφή όσο και στην Εκκλησιαστική ιστορία. Για παράδειγμα ο Ιώβ: «Αληθινός, άμεμπτος, δίκαιος, ευσεβής, απεχόμενος από παντός πονηρού πράγματος». Γνωρίζοντας ο Θεός πως η ψυχή του Ιώβ είναι φτιαγμένη από χρυσάφι, δεν διστάζει να την βάλει μέσα σε μεγάλο καμίνι φωτιάς, για να την κάνει να λάμψει περισσότερο και να διδάσκει όλους τους ανθρώπους, όλους τους αιώνες. Αφού έχασε όλα του τα παιδιά, όλη του την περιουσία και την υγεία του καθόταν μέσα στην κοπριά και έξυνε τις πληγές του με ένα όστρακο. Όμως δεν κλονίζεται η πίστη του. Σε εκείνους που τον έκλαιγαν είπε: «Ουχί πειρατήριον εστίν ο βίος ανθρώπου επί της γης;» (Ιώβ Ζ’ 1). Η ζωή του ανθρώπου δεν είναι δοκιμαστήριο πάνω στη γη; «Ο Κύριος έδωκεν, ο Κύριος αφείλατο. Ως το Κυρίω έδοξεν, ούτω και εγένετο. Είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον εις τους αιώνας» (Ιώβ Α’ 21). «Και εν πάσι τούτοις τοις συμβεβηκόσιν αυτώ ουδέν ήμαρτεν Ιώβ» (Ιώβ Β’ 10)! Αποτέλεσμα: «Ο Κύριος ηύξησεν τον Ιώβ» (Ιώβ ΜΒ’ 10). Διότι τελικά ο Κύριος «ευλόγησεν τα έσχατα Ιώβ ή τα έμπροσθεν» (Ιώβ ΜΒ’ 12). Και ο Δαβίδ λίγα πέρασε; «Εκοπίασα εν τω στεναγμώ μου, λούσω καθ’ εκάστην νύκτα την κλίνην μου, εν δάκρυσίν μου την στρωμνήν μου βρέξω». Και άλλοτε: «Θλίψις και οδύνη εύρον με και το όνομα Κυρίου επεκαλεσάμην. Περιέσχον με οδύνες θανάτου, κίνδυνοι Άδου εύρωσάν με. Και συ Κύριε, έως πότε; Ίνα τι υπνοίς; Ρύσαι την ψυχήν μου, σώσον με Κύριε». Ή μήπως ο Απόστολος Παύλος, το λιβάδι των αρετών (κατά τον ιερό Χρυσόστομο), δεν δοκιμάστηκε; «Εδόθη μοι σκόλοψ τη σαρκί, άγγελος σατάν, ίνα με κολαφίζη ίνα μη υπεραίρωμαι» (Β’ Κορ. ΙΒ’ 7). Μου δόθηκε σκουλήκι στη σάρκα, άγγελος του σατανά, για να με ταλαιπωρεί, για να μην υπερηφανεύομαι. Όμως εκτός αυτού, ο Απόστολος Παύλος πέρασε και ένα σωρό άλλες θλίψεις: «Εν πληγαίς υπερβαολλόντως, εν φυλακαίς περισσοτέρως, εν θανάτοις πολλάκις. Υπό Ιουδαίων πεντάκις τεσσαράκοντα παρά μιαν έλαβον, τρις ερραβδίσθην, άπαξ ελιθάσθην, τρις εναυάγησα, νυχθημερόν εν τω βυθώ πεποίηκα. Οδοιπορίαις πολλάκις, κινδύνοις ποταμών, κινδύνοις ληστών, κινδύνοις εκ γένους, κινδύνοις εξ εθνών, κινδύνοις εν πόλει, κινδύνοις εν ερημία, κινδύνοις εν θαλλάση, κινδύνοις εν ψευδαδέλφοις. Εν κόπω και μόχθω, εν αγρυπνίαις πολλάκις, εν λιμώ και δίψει, εν νηστείαις πολλάκις, εν ψύχει και γυμνότητι. Χωρίς των παρεκτός, η επισύστασις μου η καθ’ ημέραν, η μέριμνα πασών των Εκκλησιών. Τις ασθενεί και ουκ ασθενώ; Τις σκανδαλίζεται και ουκ εγώ πυρούμαι; Ει καυχάσθαι δει, τα της ασθενείας μου καυχήσομαι. Ο Θεός και Πατήρ του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού οίδεν, ο ων ευλογητός εις τους αιώνας, ότι ου ψεύδομαι» (Β’ Κορ. ΙΑ’ 23-31). Αν ακόμα αναλογιστούμε τα τόσα άλλα που ο Απόστολος Παύλος πέρασε (μεταξύ των οποίων και 4ετής φυλάκιση) καθώς και το μαρτυρικό του θάνατο, θα καταλάβουμε ότι ο δρόμος της ευσέβειας έχει θλίψεις. Έχει όμως και Εκείνον που παρηγορεί. Ο Θεός είναι ο Μόνος που μπορεί να παρηγορήσει τον άνθρωπο. Όταν ο απ. Παύλος ζήτησε να απαλλαγεί από την ασθένειά του, ο Θεός του απάντησε: «αρκεί σοι η χάρις μου, η γάρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται». Σου είναι αρκετή η χάρη που σου έδωσα και συνεχίζω να σου δίνω. Διότι η δύναμή Μου φαίνεται περισσότερο όταν ο άνθρωπος είναι ασθενής και με τη δύναμη τη δική Μου κατορθώνει μεγάλα και θαυμαστά πράγματα. Γι’ αυτό και ο απ. Παύλος είπε: «Αδελφοί χαίρω εν τοις παθήμασί μου» (Κολ. Α’ 24). Είμαι γεμάτος χαρά για τις δοκιμασίες και θλίψεις που μου στέλνει ο Θεός. Και «όταν ασθενώ, τότε δυνατός ειμί» (Κορ. ΙΒ’ 10). Όταν εξαιτίας της ασθένειάς μου δεν μπορώ να κάνω τίποτα, τότε βλέπω τη δύναμη του Θεού να επεμβαίνει και να κάνει θαύματα. Υπάρχουν και άλλα πολλά παραδείγματα: πόσα δεν πέρασε ο Μ. Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος (συκοφαντίες, εξορίες), ο Μ. Αθανάσιος (5 φορές εξορίσθηκε και έμεινε 16 χρόνια στην εξορία), οι μάρτυρες της Εκκλησίας. Όλοι όμως γνώριζαν ότι: «ουκ άξια τα παθήματα του νυν καιρού προς την μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς» (Ρωμ. Η’ 18) και «δια πολλών θλίψεων δει ημάς εισελθείν εις την βασιλείαν του Θεού» (Πραξ. ΙΔ’ 22), «ότι πολλαί αι θλίψεις των δικαίων», αλλά «εκ πασών αυτών ερύσατο ο Κύριος».

Έτσι λοιπόν και ο Σολομώντας έλεγε: «Ώσπερ δοκιμάζεται εν καμίνω άργυρος και χρυσός, ούτω εκλεκταί καρδίαι παρά Κυρίου» (Παροιμ. ΙΖ’ 3). Όπως καθαρίζεται ο άργυρος και ο χρυσός μέσα στην κάμινο της φωτιάς έτσι καθαρίζονται και οι καρδιές των εκλεκτών του Θεού στην κάμινο της θλίψεως. Και ο ιερός Χρυσόστομος τόνιζε: «Τούτο εστίν ειλικρινής αγάπη και όντως αγάπη, όταν μηδέν όπως τω φιλούντι χρήσιμον φιλώμεθα παρ’ αυτού. Φιλούμεθα γαρ ουχ ίνα λάβη, αλλ’ ίνα δω». Αυτό είναι ειλικρινής και γνήσια αγάπη, ότι ενώ εμείς δεν αξίζουμε τίποτε για το Θεό, Αυτός μας αγαπά. Και μας αγαπά όχι από ιδιοτέλεια για να πάρει κάτι από μας. Μας αγαπά κυρίως για να μας δώσει. Ο Θεός μας παιδαγωγεί «επί το συμφέρον, εις το μεταλαβείν της αγιότητος αυτού» (Εβρ. ΙΒ’ 10). Μας σφυρηλατεί και μας παιδαγωγεί για το συμφέρον μας. Μας κατευθύνει για να γινόμαστε από την παρούσα ζωή μέτοχοι της αγίας ζωής της δικής Του. Και ο ιερός Χρυσόστομος συμπληρώνει: «Παιδεύει, πάντα ποιεί, πάντα σπουδάζει, ώστε γενέσθαι ημάς δεκτικούς της αγάπης αυτού».
Όμως μήπως ο Θεός μας παιδαγωγεί περισσότερο από τις δυνάμεις μας; Ποτέ ! Λέει η Γραφή: «Πειρασμός υμάς ουκ είληφεν ει μη ανθρώπινος» (Α’ Κορ. Ι’ 13). Έχετε υπ’ όψιν σας ότι η δοκιμασία που επέτρεψε ο Θεός να σας επισκεφθεί, δεν είναι παραπάνω από τις δυνάμεις σας. Είναι ανθρώπινη. Για τους ανθρώπους σας και εμάς και όχι για αγγέλους. Και συνεχίζει: «Πιστός δε ο Θεός, ος ουκ εάσει υμάς πειρασθήναι υπέρ ο δύνασθε» (Α’ Κορ. Ι’ 13). Ο Θεός είναι άξιος κάθε εμπιστοσύνης, και σύμφωνα με τις υποσχέσεις Του, δεν θα σας αφήσει να δοκιμαστείτε παραπάνω από τη δύναμη και την αντοχή που έχετε. Αλλά το σπουδαιότερο είναι ότι: «ποιήσει συν τω πειρασμώ και την έκβασιν του δύνασθαι υμάς υπενεγκείν» (Α’ Κορ. Ι’ 13). Μαζί με τον πειρασμό και την θλίψη θα σας φέρει και το τέλος. Θα δώσει τέτοια κατεύθυνση στην όλη υπόθεσή σας και δοκιμασία σας, ώστε να είστε σε θέση να την υποφέρετε. Άρα καταλήγουμε σε τρία σημεία: (α) Κάθε συμφορά μας είναι σαν εκείνες που συμβαίνουν και σε άλλους ανθρώπους, (β) Ο Θεός ποτέ δεν επιτρέπει να μας έλθει συμφορά ανώτερη των δυνάμεών μας και (γ) Μαζί με τη δοκιμασία μας δίνει τα μέσα και τη δύναμη όχι μόνο να υπομείνουμε αλλά να βρούμε και διέξοδο στη συμφορά μας. Λοιπόν: «Θαρσείτε, εγώ ειμί, μη φοβείσθε»! Μη φοβάστε, είμαι Εγώ δίπλα σας. Ο Θεός δοκιμάζει τους δικούς Του, ποτέ όμως δεν τους εγκαταλείπει. Γι’ αυτό και εμείς ας επαναλαμβάνουμε τους λόγους του Ψαλμωδού: «Ινατί περίλυπος ει η ψυχή μου και ινα τί συνταράσσης με; Έλπισον επί τω Θεώ». Γιατί είσαι βουτηγμένη μέσα στη λύπη ψυχή μου; Γιατί με συνταράσσεις; Στήριξε την ελπίδα σου πάνω στο Θεό.
Συμπερασματικά λοιπόν ο μεγάλος σκοπός της θλίψης είναι να μας ελευθερώσει από τα πάθη, να λειάνει το χαρακτήρα μας τροχίζοντας τα καρκινώματα των παθών, να κατευνάσει τον εγωισμό μας με τις ατελείωτες απαιτήσεις που έχουμε από τους άλλους και να μαλακώσει την καρδιά μας, καλλιεργώντας μέσα μας την αγάπη και τη συμπάθεια απέναντι στους συνανθρώπους μας. Ο πόνος είναι το εργαστήριο της αγιότητας. Αλλά όπως για κάθε διαμάντι κάποια στιγμή τελειώνουν τα τροχίσματα και εκείνο που μένει είναι η αναφαίρετη λάμψη του, έτσι και με τις δοκιμασίες των χριστιανών. Κάποτε τελειώνουν και εκείνο που θα μείνει είναι η λάμψη και η ακτινοβολία της ψυχής. Και σ’ αυτή τη ζωή και στην αιωνιότητα. Ας ανορθωθούν λοιπόν τα παραλελυμένα γόνατα και τα πεσμένα από τη θλίψη χέρια. Θάρρος και δύναμη ας χυθούν στις ψυχές όσων βρίσκονται σε θλίψη. Ας συνεχίσουμε την πορεία μας στη ζωή. Εφ’ όσον είμαστε παιδιά του Θεού ας μη φοβόμαστε: ο Πατέρας παρακολουθεί τον αγώνα μας και σύντομα βραβεύει !

Πως Αντιμετωπίζεται ο Πόνος
Οι θλίψεις δεν είναι πάντα τιμωρίες αλλά και σοφή του Κυρίου παιδεία. Για όσους την αποδέχονται αποδεικνύεται το καλύτερο φάρμακο που βοηθάει στο να αφυπνισθούν, να ξαναθυμηθούν το σκοπό της ζωής τους και να δείχνουν συμπόνια στους συνανθρώπους. Προτού όμως προχωρήσουμε στην υπόδειξη αντιμετώπισης, αναφέρουμε 3 περιστατικά επέμβασης του Θεού: (α) ο Προφήτης Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων, (β) οι τρείς Παίδες στην κάμινο του πυρός, (γ) Ο απ. Παύλος στο ναυάγιο. Πόσες και πόσες επεμβάσεις θα μπορούσαμε ακόμα να αναφέρουμε !
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι προσπαθούν μερικοί με το μυαλό τους να αντιμετωπίσουν τη θλίψη. Όμως όσο και αν προσπαθήσει ο άνθρωπος δεν θα μπορέσει ποτέ μόνο με το μυαλό του να βρει κουμπί που πατώντας το θα απαλλάσσεται από το βάρος του σταυρού του. Και ας μη νομίσουμε ότι ο σταυρός μας είναι πολύ βαρύς (ας θυμηθούμε εδώ την ιστορία εκείνου που ζήτησε να αλλάξει σταυρό και βρέθηκε σε ένα χώρο γεμάτο από άλλους σταυρούς. Τελικά διάλεξε πάλι το δικό του!).
Πώς όμως αντιμετωπίζεται ο πόνος;
(1) Ποτέ να μη θλιβόμαστε για πράγματα που δεν αλλάζουν. Ένας καθηγητής έλεγε στους μαθητές του ότι υπάρχουν άνθρωποι που συνεχώς κλαίνε, όχι για τις αμαρτίες τους (αυτό θα ήταν καλό), αλλά από εγωισμό και πείσμα για πράγματα που έγιναν στο παρελθόν, ηθικές και υλικές ζημιές οι οποίες τώρα δεν διορθώνονται.. Τους συμβούλευε λοιπόν: «ποτέ να μην κλαίτε για το γάλα που χύθηκε». Όσο και να κλαις μπορείς να ξαναμαζέψεις το γάλα ; Κατά παρόμοιο τρόπο και τα ζητήματα που μας συμβαίνουν. Έγιναν. Άνθρωποι είμαστε με ελλείψεις και ατέλειες. Να προσέξουμε να μην επαναληφθούν. Τι κλαίς; Ερεύνησε τον εαυτό σου. Και αν μεν φταις εσύ, σπεύσε να ζητήσεις συγγνώμη. Αν όχι, μην ταλαιπωρείσαι.
(2) Βλέπε αισιόδοξα. Μερικοί μεγαλοποιούν τα πράγματα, τα υπερβάλλουν και δημιουργούν ατμόσφαιρα απελπισίας. Όχι αδελφέ. «Τη ελπίδι χαίροντες» μας συμβουλεύει ο απ. Παύλος. Δεν υπάρχει ζήτημα χωρίς λύση. Σκέψου λογικά και μελέτησε ψύχραιμα και αντικειμενικά αυτά που σου συμβαίνουν. Χωρίς προκατάληψη, μίσος ή φθόνο για κανέναν. Γιατί να είναι πάντα τα μάτια μας στις λάσπες της απαισιοδοξίας; Ας τα στρέψουμε προς τα αστέρια της ελπίδας. (σελ.110)
(3) Θυμήσου τον δεξιό ληστή. Και οι 2 ληστές υπέφεραν το ίδιο. Όμως πόσο διαφορετική στάση είχαν. Ο δεξιός ληστής αντί να κοιτάξει χαμηλά, τους σταυρωτές του, κοίταξε ψηλά προς τον Κύριο και αυτό γέμισε ελπίδα την ψυχή του. Ιδού λοιπόν και στη χειρότερη στιγμή ο άνθρωπος μπορεί όχι μόνο να ελαφρώσει το σταυρό του αλλά να κερδίσει και τη σωτηρία του.
(4) Πρόσεχε και τις ευλογίες του Θεού. Εκτός από αναποδιές έχουμε και τόσες ευλογίες. Τόσα πολλά αγαθά μας έχει δώσει ο Θεός. Άλλοι είναι φτωχοί, άλλοι άρρωστοι, άλλοι δεν έχουν ούτε φαγητό. Ας μετρήσουμε λοιπόν και πόσα καλά έχουμε. Όχι μόνο τα κακά.
(5) Η δύναμη της πίστεως. Όλα τα προηγούμενα όμως είναι ανίσχυρα να μας συγκρατήσουν στις πολύ δύσκολες στιγμές παρά τις επιταγές της λογικής. Και αυτό γιατί ο άνθρωπος πάνω απ’ όλα είναι ψυχή και καρδιά. Και για να σταθεί η καρδιά όρθια έχει ανάγκη από ισχυρό στήριγμα. Το στήριγμα αυτό μόνο η πίστη στον Κύριο το χαρίζει. Πρέπει να έχουμε απόλυτη πεποίθηση και εμπιστοσύνη ότι ο Θεός κυβερνάει τη ζωή μας. Τα πάντα τα κατευθύνει προς το συμφέρον μας. Τίποτα δεν γίνεται χωρίς τη θέλησή Του. Δεν είμαι ποτέ μόνος. Αλλά πάντα βρίσκεται κοντά μου ο Κύριος και με κρατάει με το παντοδύναμο χέρι Του. Ήδη από την Παλαιά Διαθήκη ο Θεός έδινε υποσχέσεις στους Πατριάρχες ώστε να μη δειλιάζουν, ούτε να φοβούνται. Λέει στον Αβραάμ: «Μη φοβού, εγώ υπερασπίζω σου, ο μισθός σου πολύς έσται σφόδρα». Είναι άξιο προσοχής ότι ο Κύριος δεν μάλωνε τους μαθητές Του για τη στενοχώρια τους άλλα για την ολιγοπιστία τους: «Τι δειλοί έστε ολιγόπιστοι;». Η πίστη λοιπόν μας εξασφαλίζει ελπίδα και θάρρος για τη ζωή. Ακόμα και οι γιατροί συνιστούν θάρρος και ελπίδα στους ασθενείς τους. Το πραγματικό θάρρος όμως και τη ζωντανή ελπίδα τα εμπνέει και τα δημιουργεί στην ψυχή μόνο η πίστη στο Χριστό. Τη Μ. Πέμπτη που οι μαθητές ήταν ταραγμένοι ο Κύριος τους είπε: «Μη ταρασσέσθω υμών η καρδία. Πιστεύετε εις τον Θεόν και εις εμέ πιστεύετε» (Ιω. ΙΔ’ 1). Μην ταράσσεστε. Έχετε απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό και Εκείνος θα σας προστατέψει. Και συνεχίζει: «εν τω κόσμω τούτω θλίψιν έξετε, αλλά θαρσείτε, εγώ νενίκηκα τον κόσμον». Ενώ σε άλλα σημεία λέει: «Δεύτε πάντες προς με οι κοπιώντες και πεφορτισμένοι καγώ αναπαύσω υμάς» και «Άρατε τον ζυγόν μου εφ υμάς και ευρήσετε ανάπαυσιν ταις ψυχαίς υμών».
(6) Κάθε μέρα είναι μια καινούργια ζωή. Μη σκεφτόμαστε τα κακά που μπορεί να συμβούν σε 100, 10, 5, ή 1 μέρα. Ας κοιτάξουμε το σήμερα. Ας αξιοποιήσουμε την κάθε μέρα.
(7) Η ζωντανή πίστη. Όταν η πίστη στο Χριστό είναι ζωντανή μέσα μας τότε όλες οι ανησυχίες εξαφανίζονται. Ο Θεός κυβερνάει τη ζωή μας μέχρι την τελευταία της λεπτομέρεια. Εκείνος μας ανανεώνει συνεχώς τις ψυχικές δυνάμεις. Πώς όμως γίνεται αυτό; Για να ηρεμήσει το εσωτερικό μας θα πρέπει να διαθέτουμε λίγο χρόνο στον εαυτό μας, όποτε έχουμε ανάγκη. Ασχολούμαστε καθημερινά με τόσα μάταια πράγματα, ας ασχοληθούμε και με τον εαυτό μας. Το μέσο ανανέωσης της πίστεως και της δύναμης της ψυχής είναι ένα: η επικοινωνία μας με το Θεό, δια της προσευχής. Η προσευχή στη θλίψη είναι το πιο δυναμικό και αποτελεσματικό φάρμακο. Ιατροί όπως ο Καρρέλ λένε: «Η προσευχή είναι δύναμη τόσο πραγματική όσο και η βαρύτητα. Ως ιατρός είδα ανθρώπους, οι οποίοι, αφού κάθε άλλη θεραπεία απέτυχε, απηλλάγησαν από την ασθένεια και τη μελαγχολία με την ήρεμη προσπάθεια της προσευχής». Όσες φορές με μια θερμή προσευχή απευθυνόμαστε στο Θεό μεταβάλλουμε σώμα και ψυχή προς το καλύτερο. «Ουδέν ευχής δυνατώτερον», όταν αυτή είναι «πεπυρωμένη και γνησία. Αυτή και τα παρόντα διαλύει κακά και τα αδύνατα αυτή ποιεί δυνατά και τα δύσκολα ράδια και τα δυσχερή ευθέα», σημειώνει η πατερική σοφία. Ο Θεός έχει πολλούς τρόπους και από τη συμφορά να μας απαλλάξει και την υγεία μας να διαφυλάξει και λύση στα ζητήματά μας να δώσει. «Κύριε των δυνάμεων μεθ’ υμών γενού, άλλον γαρ εκτός Σου βοηθόν εν θλίψεσι ουκ έχομεν, Κύριε των δυνάμεων ελέησον ημάς». Πάνω στις θλίψεις έχουμε τη δυνατότητα να ψηλαφίσουμε τη δύναμη και την αξία της πίστεως και της προσευχής. Να διδαχθούμε πολύ περισσότερα πράγματα απ’ ότι μελετώντας δεκάδες βιβλία και να επαναλάβουμε αυτό που έλεγε ο Δαβίδ: «Ω Κύριε των δυνάμεων μακάριος άνθρωπος ο ελπίζων επί Σε».

Περί υπομονής: Η υπομονή είναι φάρμακο που ανανεώνει την ψυχή και το σώμα. Μας χαρίζει νέες δυνάμεις να συνεχίσουμε τον αγώνα μας. Είναι η δύναμη που βοηθάει την ψυχή να αντιμετωπίσει τις πιο δύσκολες περιστάσεις. Είναι η γενναιότητα εκείνη της ψυχής που ακόμα και όταν άδικα διώκεται και κατατρέχετε, όχι μόνο δεν αγανακτεί και δεν επιδιώκει να ανταποδώσει το κακό, αλλά συγκρατείται μέσα στα όρια της ευπρέπειας χωρίς να παραφέρεται και να μνησικακεί. Γενικά είναι η ασφάλεια της ψυχής. Όπως έλεγαν και οι αρχαίοι: «δια της υπομονής πάντα δούλα γίγνονται». Ναι άλλα πως θα την αποκτήσουμε; Εκείνος που πρωτίστως και κατά ποσότητες τη διαθέτει είναι «ο Θεός της υπομονής και της παρακλήσεως» όπως λέει ο Απ. Παύλος. Άρα πρέπει να την ζητούμε από Εκείνον. Όμως και μέσα στο βάθος της ψυχής μας υπάρχουν μεγάλες ποσότητες. Για να έρθουν στην επιφάνεια πρέπει να θερμανθούν με τη φλόγα της πίστεως. Οι ποσότητες αυτές ήλθαν στην επιφάνεια και κατά τους πολέμους, τις εκστρατείες και τις δυστυχίες που πέρασαν άλλοτε οι πρόγονοί μας. Άρα με προσευχή και προσωπική θέληση μπορούμε να θερμάνουμε την υπομονή. Και η αξία της υπομονής είναι μεγάλη. Ο Απ. Παύλος έλεγε: «Καυχώμεθα εν ταις θλίψεσιν, ειδότες ότι η θλίψη υπομονήν κατεργάζεται» (Ρωμ. Ε’ 3). Καυχόμαστε όταν μας έρχονται θλίψεις, γιατί ξέρουμε ότι οι θλίψεις βοηθούν να αποκτήσουμε την πολύτιμη υπομονή. Και ο Ιάκωβος Αδελφόθεος συμπληρώνει: «Πάσαν χαράν ηγήσασθε αδελφοί μου, όταν πειρασμοίς περιπέσητε ποικίλοις, γινώσκοντες ότι το δοκίμιον υμών της πίστεως κατεργάζεται υπομονήν». Όταν πέφτετε σε θλίψεις πρέπει να το θεωρείτε υπόθεση χαράς, γνωρίζοντας ότι η δοκιμαζόμενη πίστη σας έχει ως αποτέλεσμα την υπομονή, η οποία είναι αρετή πολύ μεγάλης αξίας. Και κάποιος ιατρός και Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Βιέννης έλεγε: «Υπομονή! Το σωτήριο βάλσαμο που γιατρεύει κάθε ψυχή! Η θαυμάσια, μυχιωτάτη δύναμη της βουλήσεως. Ποιος ασθενής δεν αισθάνθηκε ως ευτυχή στιγμή τη γοητεία σου; Ποιος ιατρός αγνοεί ότι οι παροξυσμοί του πυρετού υποχωρούν ενώπιόν σου, διπλασιάζονται δε όταν εσύ απομακρύνεσαι από το κρεβάτι του αρρώστου. Ότι εσύ βοηθάς να δαμάζονται οι δριμύτεροι πόνοι και επιταχύνεις τις δυσκολότερες θεραπείες. Μόνο εσύ είσαι ισχυρή μέσα στον αδύνατο άνθρωπο. Μόνο εσύ είσαι η τελειοτάτη, η ωραιοτάτη αποκάλυψη της ψυχής, ως περικλείουσα δύναμη ικανή να ιατρεύει και το σώμα». Αλλά αν κάποιος δεν θέλει να δείξει υπομονή; Προφανώς δεν μπορεί να διορθώσει το πρόβλημά του. Μπορεί μόνο να το οξύνει περισσότερο. Οι άνθρωποι που χάνουν την υπομονή τους μοιάζουν με τον καπετάνιο που πάνω στην τρικυμία αντί να μένει στη θέση του και να κατευθύνει το σκάφος, τα παρατάει όλα και αρχίζει να τα βάζει με θεούς και δαίμονες για το κακό που τον βρήκε. Το ίδιο συμβαίνει και με μας. Πόσα προβλήματα δεν θα κερδίζαμε αν τα αντιμετωπίζαμε με καρτερία και υπομονή. «Η ζωή μου έχει γίνει κόλαση. Δεν αντέχω πια. Προτιμώ το θάνατο». Πόσοι και πόσοι δεν σκέφτονται έτσι. Όχι γιατί είναι ανυπόφορα τα παθήματά τους αλλά διότι έχουν αδύνατη θέληση. Κυρίως όμως διότι η ψυχή τους είναι κολλημένη στη ματαιότητα της παρούσας ζωής. Είναι θρησκευτικά αδιάφοροι. Στηρίζονται σε ανθρώπινες δυνάμεις και όταν βλέπουν πως αυτές είναι ανίσχυρες τότε τα χάνουν. Πέφτουν σε πέλαγος απελπισίας, διότι το Χριστό, που είναι το μόνο στήριγμα, Τον πέταξαν. Τα ανθρώπινα στηρίγματα στα οποία ήλπιζαν εξαφανίσθηκαν. Σε τι να στηριχθούν; Έτσι πλημμυρισμένοι από μελαγχολία και απογοήτευση σείονται σαν τα καλάμια. Ενώ όσοι ακολουθούν τα προστάγματα του Θεού μένουν ακλόνητοι. Όπως λέει ο Χρυσόστομος: οι νόμοι και τα προστάγματα του Κυρίου είναι ισχυρότερα και δυνατότερα και από την πέτρα. Γι’ αυτό σε εκείνους που με ακρίβεια τα φυλάσσουν πραγματοποιείται ο λόγος του Κυρίου: «κατέβη η βροχή και ήλθον οι ποταμοί και έπνευσαν άνεμοι και προσέπεσαν τη οικία εκείνη, και ουκ έπεσε». Δηλαδή όταν υπομένουμε με καρτερία τις θλίψεις στο τέλος λάμπει η αρετή, η αγάπη και η αφοσίωσή μας προς το Θεό. «Πονώ Κύριε, θρηνώ, σείομαι ολόκληρος, αλλά το βλέπεις με ειλικρίνεια . Θεέ μου, μέσα από τα βάθη της πονεμένης μου καρδιάς Σου ψιθυρίζουν τα χείλη μου: Γενηθήτω το θέλημά Σου». Και τότε συμβαίνει κάτι στο δοκιμαζόμενο παιδί του Θεού, που όσοι δεν το έζησαν δεν μπορούν να το κατανοήσουν. Η ψυχή εισέρχεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα ουράνιας γαλήνης και ο άνθρωπος πάσχει χαρούμενα! Υποφέρει ειρηνικά ! «Δι υπομονής τρέχωμεν τον προκείμενον ημίν αγώνα» (Εβρ. ΙΒ’ 1). Και όπως έλεγε ο προφήτης Ησαϊας: «Οι υπομένοντες τον Θεόν αλλάξουσιν ισχύν, πτεροφυήσουσιν ως αετοί, δραμούνται και ου κοπιάσουσι, βαδιούνται και ου πεινάσουσιν» (Ης. Μ’ 31). Δηλαδή, εκείνοι που υπομένουν τα θλιβερά της ζωής με πίστη και ελπίδα στο Θεό, θα ανανεώνεται η δύναμή τους συνεχώς. Θα ανανεώνονται τα φτερά της ψυχής τους, όπως συμβαίνει με τους αετούς. Ενώ θα τρέχουν, θα αγωνίζονται, θα υποφέρουν, δεν θα αισθάνονται κανένα κόπο διότι θα στηρίζονται στο Θεό. Ενώ θα βαδίζουν επί ώρες, δεν θα πεινούν. Και ο Κύριος λέει: «Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών» (Λουκ. ΚΑ’ 19). Όσοι θέλετε να προοδεύσετε στη χριστιανική ζωή θα πρέπει να κτίσετε τη ζωή σας πάνω στην υπομονή. Η τελειοποίησή μας δεν είναι έργο μιας μέρας αλλά μιας ζωής. Και ο Ιάκωβος Αδελφόθεος λέει: «Μακάριος ανήρ ος υπομένει πειρασμόν. Ότι δόκιμος γενόμενος λήψεται τον στέφανον της ζωής ον επηγγείλατο ο Κύριος τοις αγαπώσιν αυτόν» (Ιακ. Α’ 12). Είναι πανευτυχής ο άνθρωπος εκείνος που με υπομονή και καρτερία βαστάζει κάθε δοκιμασία και θλίψη. Και όταν δια μέσου της δοκιμασίας γυμνασθεί και σταθεροποιηθεί στη χριστιανική ζωή, θα λάβει ως αμοιβή το στεφάνι της αιώνιας ζωής, το οποίο έχει υποσχεθεί να δώσει ο Κύριος σε όσους Τον αγαπούν. Και όπως λέει και ο Ιωάννης Χρυσόστομος: «Αν τοίνυν ενέγκης τας αλγηδόνας και ευχαριστήσης εις τας θλίψεις, μαρτυρίου στέφανον έλαβες». Αν με υπομονή υποφέρεις τα θλιβερά της ζωής σου και στις θλίψεις ευχαριστήσεις το Θεό, εξασφάλισες στέφανο μαρτυρίου.
Ας δείχνουμε λοιπόν υπομονή στα θλιβερά γεγονότα της ζωής μας. Και ο Θεός βλέπει τον αγώνα μας και θα μας ανταμείψει.

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2009

15 ΠΑΙΔΙΑ ΕΧΟΥΝ ΠΕΘΑΝΕΙ ΜΕΧΡΙ ΣΗΜΕΡΑ ΣΤΟ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΡΙΟ ΧΡΟΝΙΩΝ ΠΑΘΗΣΕΩΝ ΠΑΙΔΩΝ ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ - ΑΣ ΣΥΜΠΑΡΑΣΤΑΘΟΥΜΕ ΟΠΩΣ ΜΠΟΡΕΙ Ο ΚΑΘΕΝΑΣ ΜΑΣ.

ΑΣ ΚΑΝΟΥΜΕ ΚΑΤΙ ΟΛΟΙ ΜΑΣ. ΑΣ ΔΕΙΞΟΥΜΕ ΛΙΓΗ ΑΝΘΡΩΠΙΑ.ΑΣ ΒΟΗΘΗΣΟΥΜΕ ΤΟ ΣΥΝΑΝΘΡΩΠΟ ΜΑΣ!
ΑΥΤΑ ΠΟΥ ΘΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΠΑΡΚΑΤΩ,ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΕΝ ΕΤΕΙ 2009 ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΑΣ.

Ενας πατέρας ζητεί απάντηση για τον αδόκητο χαμό του παιδιού του, μια μάνα λέει πως όταν φέρεσαι καλά στα παιδιά είναι ήρεμα, όταν τα δένεις είναι απρόβλεπτα, άλλη μάνα εξομολογείται ότι πήρε την κόρη της στο σπίτι και της μαθαίνει να κοιμάται στο κρεβάτι, όχι στο πάτωμα. Το κράτος Πρόνοιας είναι «εδώ», κραυγαλέα ελλειμματικό σε ανθρώπους και μέσα, με ταυτότητα περασμένων δεκαετιών, και πρωταγωνιστές - θύματα τους πάσχοντες, τους συγγενείς των πασχόντων, και –κατά περίπτωση– τους νοσηλευτές.

Ο εφιάλτης της Λέρου αναβιώνει στα μικρά ιδρύματα της Πρόνοιας. Το Θεραπευτήριο Χρονίων Παθήσεων Παίδων στον Σκαραμαγκά είναι ένα από αυτά που ονομάζουμε «κολαστήρια» ή «αποθήκες ψυχών». Οι σημερινοί τρόφιμοι μπήκαν παιδιά, οι περισσότεροι είκοσι χρόνια πριν, με μια αναπηρία (βαριά νοητική υστέρηση ή αυτισμό) και προοδευτικά έγιναν χρόνιοι πάσχοντες που χάνουν τη φυσική τους υπόσταση. Η χειρότερη «πάθησή» τους είναι η ιδρυματοποίηση.

Οι μαρτυρίες των γονιών είναι ατέλειωτες και τα γεγονότα τις επιβεβαιώνουν. Τον περασμένο Ιούλιο, ένα 18χρονο παιδί, ο Παναγιώτης, πέθανε αιφνιδίως. Η ιατροδικαστική έκθεση έδειξε πνιγμό από ξένο σώμα (γάντι νοσηλευτικής). Τις ίδιες μέρες, μια περιθαλπόμενη, η 30χρονη Μαρία, μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο σε κρίσιμη κατάσταση, έχοντας καταπιεί αυτοκόλλητες ταινίες και άλλα ξένα σώματα, και υποβλήθηκε σε δύο επεμβάσεις, κατά τις οποίες της αφαιρέθηκε τμήμα του εντέρου.

Από την έναρξη της λειτουργίας του θεραπευτηρίου (1989), δεκαπέντε παιδιά έχουν πεθάνει, αριθμός μεγάλος σχετικά με το σύνολο των περιθαλπομένων, που δεν ξεπέρασε ποτέ τους 50 - 60. Μερικές περιπτώσεις είναι κραυγαλέες. Ενα παιδί πνίγηκε στη θάλασσα, άλλο έπεσε από τον δεύτερο όροφο και άλλο βρέθηκε με ένα σεντόνι τυλιγμένο στο λαιμό του. Αλλες λιγότερο ακραίες, αλλά εξίσου σοβαρές περιπτώσεις, όπως ο θάνατος του Χ.Θ. από βαριά αφυδάτωση, υπόθεση που εκκρεμεί στη Δικαιοσύνη.

Η στάση του προσωπικού του θεραπευτηρίου, το οποίο είναι λιγοστό και ανεπαρκές, που αντιμετωπίζει αμυντικά τις αιτιάσεις των γονιών, οι οποίοι καταφεύγουν στη Δικαιοσύνη, έχει οδηγήσει σε έναν πόλεμο χαρακωμάτων και ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση του ιδρύματος. Οι γονείς εναποθέτουν τις ελπίδες τους στη λειτουργία κλειστού κυκλώματος εποπτείας που έχει εγκαταστήσει η διοίκηση, επειδή τους δίνει μια ασφάλεια.

Γιατί αυτό που κυριαρχεί μέσα τους είναι ο φόβος για τη ζωή και την καθημερινότητα των παιδιών τους, στα οποία οι ίδιοι, επειδή δεν υπάρχουν κοινοτικές δομές φροντίδας, δεν μπορούν να προσφέρουν κάτι καλύτερο. Είναι απίστευτο, αλλά υπάρχουν λίστες αναμονής πολλών ετών γι’ αυτά τα ιδρύματα.

Στον ιδιωτικό τομέα, οι τιμές είναι απαγορευτικές και φθάνουν τα 1.800 αλλά και 2.500 ευρώ μηνιαίως, σε ακραίες περιπτώσεις. Οπου η οικονομική συμμετοχή των γονιών είναι μικρή, με τη συμβολή των Ταμείων, οι επιχειρήσεις καταφεύγουν σε άλλες μεθόδους για να κάνουν διαλογή. Ζητούν από τους γονείς προκαταβολές 5.000 - 7.000 ευρώ, που οι περισσότεροι βέβαια δεν έχουν...

«Το ίδρυμα χρειάζεται προσωπικό», τόνισε η ψυχίατρος κ. Κ. Λάγιου, η οποία στο παρελθόν επισκεπτόταν περιστασιακά τα παιδιά.
«Δεν υπάρχει γιατρός σε συνεχή βάση, σωστή φροντίδα των περιθαλπομένων».

– Οι γονείς καταγγέλλουν ότι δέρνουν τα παιδιά συστηματικά. Αληθεύει;

– Δεν ξέρω. Το προσωπικό δεν επαρκεί, φοβούνται μήπως συμβεί κάτι και χτυπήσουν τα παιδιά, φοβούνται τις καταγγελίες των γονιών, καταβάλλουν υπεράνθρωπες προσπάθειες. Δεν ξέρω τι γίνεται όταν φεύγουμε, ίσως θα ήταν βολικό να τα δένουν. Επισκέφθηκα το ίδρυμα στις 7 Απριλίου, ύστερα από καιρό. Δεν νομίζω όμως ότι έτσι προσφέρω κάτι, δεν υπάρχει μέριμνα. Ολα πάνε στο «δεν βαριέσαι». Ετσι, αυτά τα παιδιά χάνουν την ανθρώπινη υπόστασή τους.

....Ο έλεγχος στην είσοδο του θεραπευτηρίου είναι αυστηρός. Ζητήσαμε άδεια και χρειάστηκαν δύο μέρες και η επισήμανση ότι θα πάμε «οπωσδήποτε», για να ανοίξουν οι πόρτες τη Μεγάλη Πέμπτη.

«Πασχαλιάτικα;» «Μα ακριβώς γι’ αυτό». Είχαν δοθεί άδειες στους υπευθύνους, κάποιοι ειδοποιήθηκαν και επέστρεψαν. Επιστρατεύτηκε ακόμη και η υπεύθυνη του ξενώνα.

Τα βρεγμένα πατώματα και τα αναψοκοκκινισμένα πρόσωπα των καθαριστριών μαρτυρούσαν την εργώδη προσπάθεια που κατέβαλαν για να καθαριστούν οι χώροι. Μόνο η διάχυτη οσμή των ούρων αποκαλύπτει τη συνήθη κατάσταση που περιγράφουν οι συγγενείς. Και οι κλειδωμένες πόρτες, οι οποίες ανοίγουν και κλείνουν στο πέρασμά μας. Γι’ αυτές υπάρχει, όπως μας λένε, μόνο ένα κλειδί.

Το προσωπικό είναι φανερά εξαντλημένο, αναλογούν δύο άτομα στον όροφο για 22 περιθαλπομένους. Ζητάμε να δούμε τα παιδιά στους κοιτώνες τους και βρισκόμαστε μπροστά σε αυτό που φοβόμαστε. Ενας νέος άνδρας ολόγυμνος στο κρεβάτι με ιμάντες που τον δένουν σε αυτό, στα χέρια και τα πόδια. Χωρίς κλινοσκέπασμα, ούτε άλλο ρούχο. «Δεν κρυώνει;», σκέφτομαι μεγαλόφωνα. «Είναι καθηλωμένος με εντολή γιατρού», σπεύδει να πει ο διοικητής κ. Σπήλιος Σπηλιόπουλος και προσθέτει: «Οχι φωτογραφίες».

Επισημαίνουμε ότι δεν υπάρχει νευροψυχίατρος. Ποιος κάνει τις θεραπείες, αποφασίζει για τις καθηλώσεις και παρακολουθεί την πορεία των περιθαλπομένων;

«Ο Οργανισμός είναι του 1988», μας λέει. «Δεν προβλέπεται ψυχίατρος και η επίτροπος δεν δέχεται με κανέναν τρόπο ψυχίατρο κατά πράξη. Το θεραπευτήριο», αναφέρει, «δεν είναι Παίδων, περισσότερα από τα μισά παιδιά είναι άνω των 30»...

– Τότε, γιατί ο μόνος γιατρός που επισκέπτεται τακτικά το ίδρυμα είναι παιδίατρος;

– Γιατί δεν βρήκαμε παθολόγο.

Ιστορίες καθημερινής τρέλας στο ελληνικό σύστημα Υγείας, που στα ιδρύματα γίνονται εφιάλτες.

Η Πανελλήνια Ομοσπονδία των γονιών παιδιών με αναπηρία, με επιστολή της προς τον υπουργό Υγείας κ. Αβραμόπουλο τού κάνει γνωστό «ότι η κατάσταση που επικρατεί στο Θεραπευτήριο είναι απαράδεκτη, καθώς είναι ο τρίτος θάνατος που συμβαίνει σε μικρό χρονικό διάστημα και οι γονείς έχουν αναστατωθεί πολύ». Την ίδια ημερομηνία, 14-7-2008, καλεί τον Συνήγορο του Παιδιού να εξετάσει τα συμβαίνοντα στο ίδρυμα. Μαζί επισυνάπτει και την επιστολή όπου επισημαίνεται:

- Η αδιαφορία για τα πλάσματα - ψυχές που ζουν στο ίδρυμα και στις δομές.

- Η ανυπαρξία ψυχιάτρου.

- Οι καθηλώσεις νοσηλευομένων, απουσία αρμόδιου γιατρού.

- Η παντελής έλλειψη ψυχαγωγίας και επαφής των νοσηλευομένων με τον εξωτερικό χώρο.

- Η αποτυχία της αποϊδρυματοποίησης. Δύο διαμερίσματα έκλεισαν και ο ξενώνας λειτουργεί με ένα μόνο
άτομο στη βάρδια, που καλείται να εξυπηρετήσει δέκα παιδιά.

Στις 10 Απριλίου 2009, η ομοσπονδία επανέρχεται με νέα επιστολή, επισημαίνοντας «την έλλειψη προσωπικού φροντίδας, με συνέπεια την καθήλωση των περιθαλπομένων, που θυμίζει εποχές Λέρου».

Το τέλος των προγραμμάτων αποϊδρυματοποίησης που επιχορηγούσε η Ε.Ε. οδήγησε στη σημερινή έλλειψη προσωπικού, καθώς έληξαν πολλές συμβάσεις. Σύμφωνα με τον διοικητή κ. Σπηλιόπουλο, στο Θεραπευτήριο το 1989 υπηρετούσαν 160 άτομα όλων των κατηγοριών
και σήμερα μόλις 40.

Τετάρτη 6 Μαΐου 2009

ΘΛΙΨΕΙΣ, ΤΙΜΩΡΙΕΣ, ΔΟΚΙΜΑΣΙΕΣ, ΠΡΟΝΟΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ (Ι. ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ)

Ο Θεός είναι αγαθός και φιλάνθρωπος όχι μόνο όταν μας ευεργετεί αλλά και όταν μας τιμωρεί. Και πράγματι οι κολασμοί και οι τιμωρίες Αυτού αποτελούν μέγιστο μέρος της ευεργεσίας, μέγιστη εκδήλωση πρόνοιας. Όταν λοιπόν δεις να εμφανίζεται πείνα και επιδημίες και ξηρασίες και πλημμύρες και ασυνήθιστη πνοή ανέμων ή άλλο κάτι από αυτά που τιμωρούν την ανθρώπινη φύση, μη δυσανασχετήσεις, ούτε να απογοητευθείς αλλά προσκύνησε αυτόν που τα προκαλεί, θαύμασε αυτόν δια τη φροντίδα του. Διότι Εκείνος τα κάνει αυτά και τιμωρεί το σώμα για να σωφρονίσει την ψυχή. Κάποιος όμως θα πει: ο Θεός κάνει αυτά τα πράγματα ; Ναι ο Θεός τα κάνει. Και μπροστά σε όλη την πόλη και σε ολόκληρη την οικουμένη, δεν θα διστάσω να το πω. Μακάρι η φωνή μου να ήταν ισχυρότερη και από τη σάλπιγγα και να μπορούσα να σταθώ σε ένα υψηλό μέρος και να φωνάξω σε όλους και να διακηρύξω ότι αυτά τα κάνει ο Θεός. Και δεν τα λέω αυτά από αλαζονεία αλλά έχω συμπαραστάτη τον προφήτη, ο οποίος φωνάζει και λέει μαζί μου, ότι «δεν υπάρχει στην πόλη “κακία” την οποία δεν προκάλεσε ο Κύριος; » (Αμώς 3,6). Είναι βεβαίως η “κακία” όνομα ομόηχο και θέλω να μάθετε εσείς τη σημασία κάθε μιας από τις δύο ομώνυμες έννοιες της “κακίας”, για να μη συγχέετε τη φύση των πραγμάτων εξ αιτίας της ομωνυμίας και καταλήξετε σε βλασφημία κατά του Θεού.

Κακία λοιπόν είναι η πραγματική κακία, π.χ. η πορνεία, η μοιχεία, η πλεονεξία και τα αμέτρητα δεινά, που είναι άξια μεγίστης κατακρίσεως και τιμωρίας. Πάλι είναι “κακία”, μάλλον δεν είναι αλλά έτσι λέγεται, η πείνα, η επιδημία, ο θάνατος, η αρρώστια και τα παρόμοια. Αυτά βεβαίως μπορεί να μην είναι κακά. Τι λοιπόν; Αν ήταν κακά δεν θα γίνονταν για εμάς αίτια αγαθών, όταν σωφρονίζουν την αλαζονεία, εκριζώνουν την αδιαφορία και μας επαναφέρουν στην ανήσυχη φροντίδα και μας καθιστούν περισσότερο προσεκτικούς. «Διότι όταν», λέει, «τους εφόνευε, τότε τον αναζητούσαν και επέστρεφαν προς Αυτόν και ερχόντουσαν προς το Θεό από βαθέος όρθρου» (Ψαλμ. 77,34). Κακία λοιπόν αυτήν εννοεί, αυτήν η οποία μας σωφρονίζει, μας καθιστά λαμπρούς, αυτήν που μας υποχρεώνει να γινόμαστε επιμελέστεροι, που μας επαναφέρει στη χριστιανική διδασκαλία, δεν εννοεί την άλλη τη διαβλητή κακία που είναι άξια κατακρίσεως. Διότι εκείνη δεν είναι έργο του Θεού, αλλά εύρημα της δικής μας θέλησης και αποβλέπει στην αναίρεση εκείνης. Κακία λοιπόν ο Θεός εννοεί την «κάκωση», η οποία προκαλείται σε μας από τις τιμωρίες, ονομάζων αυτήν κατ’ αυτό τον τρόπο όχι από το χαρακτήρα της, αλλά από τη γνώμη των ανθρώπων. Επειδή δηλαδή συνηθίζουμε να ονομάζουμε “κακία” όχι μόνο τις κλοπές και τις μοιχείες, αλλά και τις συμφορές, κάλεσε το πράγμα με το όνομα αυτό από την εκτίμηση που κάνουν οι άνθρωποι. Αυτό λοιπόν εννοεί ο προφήτης όταν λέει ότι «δεν υπάρχει στη πόλη “κακία” την οποία δεν προκάλεσε ο Κύριος» (Αμώς 3,6). Τούτο φανέρωσε ο Θεός και δια του Ησαΐα όταν είπε: «Εγώ είμαι ο Θεός που κάνω ειρήνη και δημιουργώ “κακά”» (Ης. 45,7). Κακά πάλι εδώ αποκαλεί τις συμφορές. Την ίδια “κακία” υπαινίσσεται και ο Χριστός στα Ευαγγέλια όταν λέει στους μαθητές του τα εξής: «Αρκεί δια την ημέραν η “κακία” αυτής» (Ματθ. 6,34), δηλαδή η κάκωση, η ταλαιπωρία. Από παντού λοιπόν γίνεται φανερό ότι “κακία” ονομάζει τις τιμωρίες, τις οποίες εκφέρει εναντίον μας, ως μέγιστη εκδήλωση προνοίας.
Και πράγματι και ο ιατρός δεν είναι αξιοθαύμαστος μόνο όταν οδηγεί τον ασθενή σε κήπους και λιβάδια, ούτε όταν τον φέρνει σε λουτρά και κολυμβήθρες, ούτε όταν του παραθέτει πλούσιο τραπέζι, αλλά είναι εξίσου ιατρός και όταν προστάζει να μένει νηστικός και όταν υποφέρει από την πείνα, και βασανίζεται από τη δίψα, όταν τον καθηλώνει στο κρεβάτι και μετατρέπει κατά κάποιο τρόπο το σπίτι σε φυλακή, και τον αποστερεί και από αυτό το φως, συσκοτίζων την αίθουσα από όλα τα μέρη με παραπετάσματα, και όταν κάνει χειρουργική επέμβαση, και όταν καυτηριάζει, και όταν του προσφέρει πικρά φάρμακα. Πώς λοιπόν δεν είναι άτοπο, εκείνον μεν που του προκαλεί τόσα κακά να τον ονομάζουμε γιατρό, και το Θεό, αν καμιά φορά προκαλέσει ένα από αυτά, π.χ. επιδημία ή θάνατο, να τον βλασφημούμε και να του αρνούμαστε την πρόνοια για το σύμπαν; Και όμως μόνο αυτός είναι ο αληθινός γιατρός, ιατρός ψυχών και σωμάτων.

Γι’ αυτό πολλές φορές παραλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν σκιρτά από ευημερία και προκαλεί πυρετό αμαρτημάτων, και με την ένδεια την πείνα και το θάνατο και με άλλες συμφορές και με άλλα φάρμακα που γνωρίζει Αυτός, τον απαλλάσσει από τα νοσήματα. Αλλά θα πει κάποιος, την πείνα την αισθάνονται μόνο οι πτωχοί. Ο Θεός όμως δεν τιμωρεί μόνο με πείνα αλλά και με αναρίθμητα άλλα μέσα. Τον πτωχό πολλές φορές τον σωφρόνισε με την πείνα, τον πλούσιο και τον εύπορο γενικώς με τους κινδύνους, τα νοσήματα, με προώρους θανάτους. Διότι είναι επινοητικός και έχει ποικίλα φάρμακα για τη σωτηρία μας. Το ίδιο κάνουν και οι δικαστές. Δεν τιμούν μόνο, ούτε στεφανώνουν τους κατοίκους των πόλεων, ούτε παρέχουν μόνο δώρα, αλλά και τιμωρούν πολλές φορές. Γι’ αυτό το λόγο και ξίφος ακονίζεται γι’ αυτούς και βάραθρο αναμένει, και τροχός, και πάσσαλοι, και δήμιοι, και αναρίθμητα άλλα είδη κολασμού. Αυτό που είναι ο δήμιος στην περίπτωση των δικαστών, για το Θεό είναι ο λιμός, ο οποίος ως δήμιος μας σωφρονίζει και μας απομακρύνει από την κακία. Το ίδιο μπορούμε να παρατηρήσουμε και στους γεωργούς. Διότι δεν περιποιούνται μόνο την ρίζα της αμπέλου, ούτε την περιφράσσουν, αλλά και περικόπτουν αυτήν και κόπτουν πολλούς βλαστούς. Γι’ αυτό δεν έχουν μόνο αξίνα, αλλά και δρέπανα κατάλληλα να κόπτουν. Αλλά δεν τους κατηγορούμε και αυτούς για όλα αυτά. Και μάλιστα τότε τους θαυμάζουμε, όταν τους βλέπουμε να αποκόπτουν πολλά άχρηστα, ώστε με την αποκοπή των περιττών να εξασφαλισθεί η βεβαία σωτηρία των άλλων. Πως λοιπόν δεν είναι παράλογο, τον μεν πατέρα, και το γιατρό, και το δικαστή, και το γεωργό να τους επιδοκιμάζουμε και ούτε εκείνον, όταν διώχνει το γιο του από το σπίτι, ούτε το γιατρό όταν βασανίζει τον ασθενή, ούτε το δικαστή όταν τιμωρεί, ούτε το γεωργό όταν κλαδεύει να επικρίνουμε και να κατηγορούμε, και το Θεό, αν θελήσει καμιά φορά, που είμαστε αποχαυνωμένοι, να μας κάνει να συνέλθουμε από την πολλή μέθη, την οποία γεννά η κακία, να τον επικρίνουμε και να βάλλουμε εναντίον του με αναρίθμητες κατηγορίες; Δεν είναι ίδιον της μεγίστης ανοησίας να μην επιτρέπουμε στο Κύριο ίση δικαιολογία προς εκείνη που αναγνωρίζουμε στους συνδούλους μας;
Αυτά τα λέω από πρόνοια για τους ίδιους τους κατηγόρους, ώστε λακτίζοντες προς κέντρα να μη ματώνουν τα πόδια τους, ούτε ρίχνοντας λίθους προς τον ουρανό να δεχθούν τραύματα στο κεφάλι τους. Μπορώ ακόμα να αναφέρω και άλλο βαρύτερο ακόμη. Ας παραλείψω να εξετάσω (συμβατικώς το λέω), αν ο Θεός μας αφαίρεσε τα δοθέντα προς ωφέλειά μας. Λέω όμως τούτο μόνο, ότι, αν έλαβε αυτά που έδωσε, και πάλι δεν θα μπορούσε να τον επικρίνει κανείς γι’ αυτό. Διότι είναι κύριος των δικών του. Μεταξύ των ανθρώπων, όταν δίνουν χρήματα, ως παρακαταθήκη ή δανείζουν, συνηθίζουν να χρωστούν ευγνωμοσύνη οι λαβόντες για το χρόνο που κράτησαν τα δανεικά και δεν αγανακτούν όταν έρχεται η στιγμή να τα στερηθούν. Όταν λοιπόν ο Θεός θέλει να λάβει πίσω τα δικά του, θα τον κατηγορήσουμε; Πες μου; Και πως μια τέτοια αντίληψη δεν αποτελεί μεγάλη ανοησία; Αλλά ο μέγας και γενναίος Ιώβ δεν ενεργούσε κατ’ αυτό τον τρόπο. Όχι μόνο όταν λάμβανε, αλλά και όταν αποστερούταν, αναγνώριζε μεγάλη χάρη και έλεγε τα εξής: «ο Κύριος τα έδωσε, ο Κύριος πάλι τα αφαίρεσε. Ας είναι ευλογημένο το όνομα του Κυρίου εις τους αιώνας» (Ιώβ 1,21). Εάν τώρα και για τα δύο αυτά απολύτως πρέπει να ευχαριστούμε το Θεό, και για το καθένα χωριστά, και αν η αφαίρεση δεν είναι λιγότερο ωφέλιμη από τη χορήγηση, πες μου, ποιος θα μας συγχωρήσει, αν αυτόν τον τόσο επιεική και φιλάνθρωπο και κηδεμόνα μας, τον σοφότερο από κάθε γιατρό, φιλοστοργότερο από κάθε πατέρα, τον δικαιότερο από κάθε δικαστή, αυτόν ο οποίος φροντίζει για τις ψυχές μας με μεγαλύτερη επιμέλεια από κάθε γεωργό, εμείς τον ανταμείβουμε με τα αντίθετα και αν δυσανασχετούμε εναντίον Αυτού, τον οποίο πρέπει να προσκυνούμε;

Άραγε μπορεί να υπάρξει απρερισκεπτότερο και ανοητότερο από εκείνο, που λένε μερικοί, ότι δηλαδή μέσα σε τόση τάξη και αρμονία του σύμπαντος εμείς στερούμαστε της προνοίας του Θεού; Όπως δηλαδή αν κανείς υποστηρίζει ότι ο ήλιος είναι σκοτεινός και ψυχρός, παρέχει με αυτή τη γνώμη δείγμα μεγάλης ανοησίας, το ίδιο και αν αμφιβάλλει για την πρόνοια του Θεού, μαρτυρεί πολύ μεγαλύτερη ανοησία με τις επικρίσεις του. Ούτε ο ήλιος δεν είναι τόσο φωτεινός, όσο σαφής είναι η πρόνοια του Θεού. Αλλά τολμούν μερικοί να υποστηρίζουν, ότι τα ανθρώπινα τα κατευθύνουν δαίμονες. Τι να κάνω; Έχεις Κύριο φιλάνθρωπο. Διότι προτιμά μάλλον να βλασφημείται από εσένα με τους λόγους αυτούς παρά να σε παραδώσει στους δαίμονες και να σε πείσει εμπράκτως πως κυβερνούν οι δαίμονες. Τότε, με την πείρα αυτή, θα μάθαινες καλώς την πονηρία τους. Ή μάλλον και τώρα είναι δυνατόν να σας την παραστήσω με ένα μικρό παράδειγμα. Συνάντησαν το Χριστό μερικοί δαιμονιζόμενοι, εξερχόμενοι από τους τάφους, και τον παρακάλεσαν οι δαίμονες να τους επιτρέψει να εισέλθουν σε αγέλη χοίρων (Ματθ. 8,28). Και τους επέτρεψε και εισήλθαν και αμέσως τους κατακρήμνισαν όλους. Έτσι κυβερνούν οι δαίμονες. Και με τους χοίρους δεν είχαν κανέναν ιδιαίτερο λόγο, ενώ προς εσένα υπάρχει πάντοτε άσπονδος πόλεμος και ασυμφιλίωτη μάχη και έχθρα αθάνατη. Εάν τους χοίρους με τους οποίους δεν είχαν τίποτα κοινό, δεν τους ανέχθηκαν ούτε μια ελάχιστη στιγμή του χρόνου, τι δεν θα έκανα, εάν είχαν στην εξουσία τους εμάς, που είμαστε εχθροί τους και συνεχώς τους δαγκώνουμε. Γι’ αυτό και ο Θεός τους άφησε να εφορμήσουν στην αγέλη των χοίρων, για να γνωρίσεις την κακία τους στα σώματα των αλόγων ζώων. Και είναι σε όλους φανερό, ότι τα ίδια θα είχαν κάνει και στους δαιμονιζομένους εκείνους, αυτά δηλαδή που έκαναν στους χοίρους, αν οι δαιμονιζόμενοι και μέσα στην τρέλα τους δεν ήταν αντικείμενο μεγάλης προνοίας από μέρους του Θεού. Και τώρα λοιπόν, αν δεις άνθρωπο ταρασσόμενο από δαίμονα, προσκύνησε τον Κύριο και μάθε την κακία των δαιμόνων.

Στην περίπτωση αυτών των δαιμονιζομένων μπορείς να δεις και τα δυο, και τη φιλανθρωπία του Θεού, και την κακία των δαιμόνων. Την μεν κακία των δαιμόνων την βλέπεις όταν ταράσσουν και αναστατώνουν την ψυχή του δαιμονιζομένου. Τη δε φιλανθρωπία του Θεού την βλέπεις, όταν έναν τόσο άγριο δαίμονα, που κατοικεί μέσα του, τον συγκρατεί και τον εμποδίζει και δεν του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει όλη του τη δύναμη, αλλά του επιτρέπει να δείξει τη δύναμή του τόσο μόνο, όσο αρκεί και τον άνθρωπο να τον σωφρονίσει, και να καταστήσει φανερή τη δική του κακία. Θέλεις πάλι και με ένα άλλο παράδειγμα να δεις πως κυβερνά ο δαίμονας, όταν ο Θεός του επιτρέπει να χρησιμοποιήσει τη δύναμή του; Σκέψου τα βουκόλια, τα κοπάδια του Ιώβ, πως τα κατέστρεψε όλα σε μια μόνο στιγμή, σκέψου το θλιβερό θάνατο των παιδιών του και τις πληγές, που προξένησε στο σώμα του. Και τότε θα δεις την ωμότητα και την απανθρωπιά και τη σκληρότητα της κακίας των δαιμόνων, και από αυτό θα κατανοήσεις σαφώς ότι, εάν ο Θεός άφηνε το παν στην απόλυτη εξουσία τους, θα συνέβαινε τα πάντα να βρίσκονται σε μια σύγχυση και ταραχή, και θα έκαναν και σε μας αυτά που έκαναν στους χοίρους και τα βουκόλια του Ιώβ και δεν θα υπολόγιζαν τη δική μας ζωή.

Αν κυβερνούσαν οι δαίμονες, δεν θα είμαστε σε καθόλου καλύτερη κατάσταση από εκείνη των δαιμονιζομένων, μάλλον θα είμαστε σε χειρότερη κατάσταση από εκείνους. Διότι και εκείνους δεν εγκατέλειψε ο Θεός στην απόλυτη τυραννία των δαιμόνων, διότι τότε θα είχαν πάθει πολύ χειρότερα από όσα πάσχουν τώρα. Εγώ θα ρωτούσα να μάθω και το εξής από αυτούς που τα λένε αυτά. Ποια δηλαδή αταξία βλέπουν στα παρόντα, ώστε να αναθέτουν τη διοίκηση όλων των ανθρωπίνων στους δαίμονες; Διότι βλέπουμε τον ήλιο τόσα χρόνια να διαγράφει με τάξη την τροχιά του κάθε μέρα, τον ποικίλο χορό των άστρων να διατηρεί τη δική του τάξη, την τροχιά της σελήνης απαρεμπόδιστη, την διαδοχή της νύκτας και της ημέρες να συντελείται με ακρίβεια, όλα, και τα άνω και τα κάτω, κινούνται ως ένας αρμονικός χορός, μάλλον περισσότερο και ακριβέστερα από χορό, διότι το καθένα διατηρεί τη δική του θέση και δεν εκτρέπεται από τη γενική τάξη, την οποία καθόρισε ο Θεός από την αρχή που τα δημιούργησε.

Αλλά θα πει κανείς, τι το όφελος όταν ο ουρανός μεν και ο ήλιος και η σελήνη και ο χορός των άστρων και όλα τα άλλα έχουν ζηλευτή τάξη και αρμονία, ενώ τα ανθρώπινα είναι γεμάτα σύγχυση και αταξία; Από ποια σύγχυση και αταξία, άνθρωπέ μου; Ο μεν πλουτίζει, λέει, και μετέρχεται βία, αρπάζει και είναι πλεονέκτης, καταπίνει κάθε μέρα τις περιουσίες των πτωχών, και δεν πάσχει κανένα κακό. Και ο δε, που ζει μετριοπαθώς, που είναι κοσμημένος με σωφροσύνη και δικαιοσύνη και με όλα τα άλλα αγαθά, υποφέρει από τη φτώχια και τις ασθένειες και τα χειρότερα δεινά. Αυτά λοιπόν είναι που σε σκανδαλίζουν; Ναι, λέει, αυτά. Εάν λοιπόν δεις και πολλούς από τους άρπαγες να τιμωρούνται, και μερικούς εναρέτους ή και αναριθμήτους να απολαμβάνουν τα αγαθά, γιατί τότε δεν εγκαταλείπεις αυτή τη γνώμη και δεν αποδέχεσαι τον Κύριο; Διότι αυτό είναι που με σκανδαλίζει περισσότερο. Γιατί μεταξύ δύο πονηρών, ο μεν ένας τιμωρείται, ενώ ο άλλος απέρχεται από αυτό τον κόσμο, αφού διέφυγε την τιμωρία, και μεταξύ δύο αγαθών ο μεν ένας τιμάται, ενώ ο άλλος τιμωρείται σε όλη του τη ζωή; Αλλά και αυτό είναι μέγιστο έργο της προνοίας του Θεού. Διότι εάν όλους τους κακούς τους τιμωρούσε εδώ, σε αυτή τη ζωή, και έδινε αμοιβή επίσης εδώ σε όλους τους καλούς, τότε θα ήταν περιττή η ώρα της κρίσεως. Και πάλι, εάν δεν τιμωρούσε κανένα κακό και δεν τιμούσε κανένα καλό, τότε και οι φαύλοι θα γίνονταν φαυλότεροι και χειρότεροι, καθώς και περισσότερο αδιάφοροι από τους καλούς. Και αυτοί που έχουν την τάση να βλασφημούν, θα κατηγορούσαν περισσότερο το Θεό και θα έλεγαν, ότι τα ανθρώπινα στερούνται παντελώς της πρόνοιας του Θεού. Διότι εάν και τώρα, που τιμωρούνται μερικοί πονηροί και αμείβονται μερικοί αγαθοί, ισχυρίζονται ότι τα ανθρώπινα βρίσκονται έξω από την πρόνοια του Θεού, εάν δεν γινόταν και αυτό και τι δεν θα έλεγαν; Και ποιες λέξεις δεν θα ξεστόμιζαν; Γι’ αυτό άλλους μεν από τους πονηρούς τους τιμωρεί και άλλους δεν τους τιμωρεί, και από τους αγαθούς άλλους αμείβει και άλλους δεν αμείβει. Δεν τους τιμωρεί βεβαίως όλους για να σε πείσει ότι υπάρχει ανάσταση. Τιμωρεί όμως μερικούς για να καταστήσει με το φόβο προσεκτικότερους τους αμελείς, με την τιμωρία δηλαδή των άλλων. Από το άλλος μέρος, αμείβει μερικούς από τους αγαθούς, ώστε με τις αμοιβές να προσελκύσει και άλλους στο ζήλο της αρετής. Και δεν τους αμείβει όλους, για να μάθεις, ότι υπάρχει άλλος χρόνος, κατά τον οποίο οι πάντες θα λάβουν το μισθό των έργων τους.

Διότι εάν σε αυτή τη ζωή απολάμβαναν όλοι την αντάξια ανταμοιβή, δεν θα πίστευαν στη διδασκαλία της αναστάσεως. Εάν πάλι κανείς δεν απολάμβανε σύμφωνα προς την αξία του, οι περισσότεροι θα γίνονταν αδιάφοροι. Γι’ αυτό άλλους μεν τιμωρεί και άλλους δε δεν τιμωρεί, ωφελώντας με αυτό τον τρόπο και τους τιμωρουμένους και τους μη τιμωρουμένους. Διότι των πρώτων εκριζώνει την κακία, ενώ τους δεύτερους τους καθιστά σωφρονεστέρους με την τιμωρία των άλλων. Και αυτό είναι φανερό από όσα είπε ο ίδιος ο Χριστός. Όταν δηλαδή του ανήγγειλαν, ότι ένας πύργος, που κατέπεσε, καταπλάκωσε μερικούς ανθρώπους, είπε προς αυτούς: «Τι νομίζετε, ότι εκείνοι μόνο ήταν αμαρτωλοί; Όχι σας λέω. Αλλά εάν δεν μετανοήσετε, θα πάθετε και εσείς τα ίδια»(Λουκ. 13,4). Είδες πως χάθηκαν και εκείνοι για τις αμαρτίες τους, αλλά και οι άλλοι που διέφυγαν δεν διέφυγαν για τη δικαιοσύνη τους, αλλά για να γίνουν καλύτεροι διδασκόμενοι από τις τιμωρίες των άλλων; Αλλά θα πεις, αδικούνται οι τιμωρούμενοι. Διότι θα μπορούσαν χωρίς να τιμωρηθούν να γίνουν αυτοί καλύτεροι από τις τιμωρίες των άλλων. Αλλά εάν ο Θεός γνώριζε, ότι αυτοί θα γίνονταν καλύτεροι με τη μετάνοια, δεν θα τους τιμωρούσε. Διότι εάν, ενώ γνωρίζει εκ των προτέρων ότι πολλοί δεν θα επωφεληθούν από τη μακροθυμία του, εν τούτοις δείχνει μεγάλη ανεξικακία και εκπληρώνει το χρέος του και τους παρέχει την ευκαιρία να ανανήψουν και να συνέλθουν από την ανοησία τους, πώς θα αποστερούσε από το κέρδος της μετανοίας όσους επρόκειτο να γίνουν καλύτεροι από την τιμωρία των άλλων; Ώστε δεν αδικούνται καθόλου, διότι και η κακία τους εκριζώνεται με την τιμωρία και η κόλαση στον άλλο κόσμο θα είναι ελαφρότερη, διότι πρόλαβαν και υπέφεραν πολλά εδώ, σε αυτή τη ζωή.

Από την άλλη μεριά, όσοι δεν τιμωρήθηκαν εδώ, δεν αδικούνται καθόλου. Διότι είχαν τη δυνατότητα, εάν ήθελαν, να επωφεληθούν από τη μακροθυμία του Θεού, για να στραφούν προς την αρετή και αφού θαυμάσουν την ανεξικακία να σεβασθούν την υπερβολική ανοχή και να μεταστραφούν προς την αρετή και από τις τιμωρίες των άλλων να κερδίσουν αυτοί την δική τους σωτηρία. Εάν όμως επιμένουν στην κακία τους, δεν είναι αίτιος ο Θεός, ο οποίος μακροθυμεί ακριβώς γι’ αυτό, για να τους ανακτήσει, αλλά οι ίδιοι είναι ανάξιοι συγχωρήσεως, διότι δεν χρησιμοποίησαν δεόντως τη μακροθυμία του Θεού. Και είναι δυνατόν να παραθέσω όχι μόνο αυτό το λόγο, που εξηγεί γιατί δεν τιμωρούνται εδώ όλοι οι κακοί, αλλά και άλλον όχι μικρότερης αξίας. Ποιος είναι αυτός; Ότι, εάν ο Θεός τιμωρούσε όλους για όλα τα αμαρτήματά τους, από πολλού θα είχε εξαφανισθεί το ανθρώπινο γένος και δεν θα διατηρούσε τη συνέχειά του. Και για να καταλάβεις ότι αυτό είναι αληθές άκουσε τον προφήτη που λέει: «Εάν λάβεις υπ’ όψιν τας ανομίας, Κύριε, ποιος θα αντέξει; » (Ψαλμ. 129,3). Αν κρίνεις αναγκαίο ας βασανίσουμε αυτή τη φράση. Αν εξετάσουμε με ακρίβεια τη ζωή μας (διότι δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε τη ζωή του καθενός) και φέρουμε στη μέση τις αμαρτίες που ομολογουμένως πράττουμε όλοι, θα μας γίνει φανερό, ότι εάν τιμωρούμαστε για κάθε ένα από τα αμαρτήματά μας, θα είχαμε αφανισθεί προ πολλού.

Όποιος κάλεσε τον αδελφό του ανόητο, είναι ένοχος εις τη γέενα του πυρός, λέει (Ματθ. 5,22). Υπάρχει λοιπόν κανείς από μας, που δεν υπέπεσε σε αυτό το αμάρτημα ; Τι λοιπόν, έπρεπε αμέσως να αναρπασθεί; Τότε θα είχαμε αναρπασθεί και θα είχαμε αφανισθεί όλοι από παλιά και ακόμη παλιότερα. Πάλιν λέει, όποιος ορκίζεται, και αν αληθώς ορκίζεται, κάνει πράγματα εκ του πονηρού (Ματθ. 5,37). Αλλά ποιος υπάρχει που δεν έχει ορκισθεί; Ή μάλλον υπάρχει κανείς που δεν παρέβη τον όρκο του ποτέ; Όποιος, λέει, κοιτάξει γυναίκα με οφθαλμούς ακολάστους, είναι ήδη μοιχός (Μα7θ. 5,28). Και αυτής της αμαρτίας μπορεί να βρει κανείς πολλούς ενόχους. Όταν λοιπόν τα αμαρτήματα που ομολογούμε είναι τέτοιου είδους, τόσο δηλαδή ανυπόφορα, και κάθε ένα από αυτά επισύρει εναντίον μας την απαραίτητη τιμωρία, αν αναλογισθούμε και όσα διαπράξαμε κρυφά, τότε κυρίως θα δούμε την πρόνοια του Θεού, η οποία δεν μας τιμωρεί για κάθε αμάρτημα. Ώστε όταν δεις κάποιον να είναι άρπαγας, πλεονέκτης και να μην τιμωρείται, διερεύνησε και εσύ τη συνείδησή σου, αναλογίσου όλη σου τη ζωή, θυμήσου τις αμαρτίες σου, και θα μάθεις καλά, ότι εσένα πρώτο δεν σε συμφέρει να τιμωρηθείς για κάθε ένα από τα αμαρτήματά σου. Γι’ αυτό οι πολλοί φωνάζουν αμέτρως, επειδή δεν εξετάζουν τα δικά τους αμαρτήματα πριν από τα ξένα, αλλά παραλείπουμε τα δικά μας όλοι και εξετάζουμε τα αμαρτήματα των άλλων. Άλλα ας μη κάνουμε πλέον αυτό, αλλά το αντίθετο. Και αν δεις κανένα δίκαιο να τιμωρείτε, θυμήσου τον Ιώβ. Και δίκαιος να είναι κανείς, δεν θα είναι δικαιότερος από εκείνον, ούτε καν θα τον πλησιάζει. Και αν υποφέρει αμέτρητα κακά, ποτέ δεν είναι δυνατόν να έπαθε όσα έπαθε εκείνος.
Τούτο λοιπόν έχων στο νου σου, πάψε να κατηγορείς τον Κύριο, αφού κατανοήσεις, ότι ο Θεός δεν αφήνει το δίκαιο να υποφέρει, διότι τον εγκαταλείπει, αλλά διότι θέλει να τον στεφανώσει και να τον καταστήσει ενδοξότερο. Αν πάλι δεις αμαρτωλό να τιμωρείται, θυμήσου τον παραλυτικό, ο οποίος επί 38 χρόνια ήταν κατάκοιτος στο κρεβάτι (Ιωαν. 5,5). Ότι πράγματι και εκείνος παραδόθηκε τότε στην αρρώστια εκείνη για τις αμαρτίες του, άκουσε το Χριστό που το λέει: «Ιδού, έγινες υγιής, μη αμαρτάνεις πλέον, για να μη σου συμβεί κάτι χειρότερο» (Ιωαν. 5,14). Διότι ή πληρώνουμε τις αμαρτίες μας τιμωρούμενοι ή λαμβάνουμε ευκαιρία για να στεφανωθούμε, αν, ενώ ζούμε εναρέτως, υποφέρουμε. Ώστε και αν ζούμε με δικαιοσύνη και αν ζούμε στην αμαρτία, η τιμωρία μας είναι ωφέλιμος, διότι άλλοτε μεν μας καθιστά λαμπρότερους, άλλοτε σωφρονέστερους και ελαφρώνει τη μέλλουσα τιμωρία. Ότι πράγματι, όταν τιμωρηθούμε σ’ αυτή τη ζωή και υπομείνουμε ευχαρίστως την τιμωρία, συμβαίνει να μας αναμένει στην άλλη ζωή ηπιότερη τιμωρία, άκουσε τον Παύλο που το λέει: «Δια τούτο υπάρχουν μεταξύ σας πολλοί αδύνατοι και άρρωστοι, και αρκετοί νεκροί. Διότι εάν κρίναμε τον εαυτό μας, δεν θα κρινόμασταν. Κρινόμενοι όμως από τον Κύριο τιμωρούμαστε για να μην καταδικασθούμε με τον κόσμο» (Α’ Κορινθ. 11,30-32). Γνωρίζοντες λοιπόν καλώς όλα αυτά και εμβαθύνοντας γενικά στο θέμα της πρόνοιας του Θεού, να αποστομώνουμε αυτούς, που αντιλέγουν.

Και αν υπάρχει κάτι που υπερβαίνει τη δική μας σκέψη, να μην κρίνουμε από αυτό και καταλήγουμε στο συμπέρασμα, ότι ο Θεός δεν προνοεί για τα ανθρώπινα, αλλά αφού κατανοήσαμε την πρόνοια αυτού εν μέρει, στα σημεία, που παραμένουν ακατανόητα, ας αναλογιστούμε, ότι η σοφία του Θεού είναι ανεξερεύνητη. Διότι, εάν ο ανίδεος δεν μπορεί να κατανοήσει την τέχνη του ανθρώπου, πολύ περισσότερο είναι αδύνατο η ανθρώπινη σκέψη να κατανοήσει σε όλο το βάθος το άπειρο της πρόνοιας του Θεού. «Διότι αι κρίσεις του είναι ανεξερεύνητοι και ανεξιχνίαστοι οι δρόμοι του» (Ρωμ. 11,33). Αλλ’ όμως από τα λίγα, αφού λάβουμε φανερή και σαφή πίστη, ας ευχαριστούμε αυτόν για όλα όσα γίνονται. Και πράγματι, υπάρχει και ένα άλλο επιχείρημα, που δεν επιδέχεται αντίρρηση, για όσους θέλουν να φιλοσοφήσουν στο θέμα της θείας πρόνοιας. Ας ρωτήσουμε όσους αντιλέγουν: Υπάρχει άραγε Θεός; Και αν μας πουν, ότι δεν υπάρχει, τότε να μην τους απαντήσουμε. Όπως δηλαδή δεν αξίζει να απαντάμε σε παράφρονες, το ίδιο και για εκείνους που υποστηρίζουν, ότι δεν υπάρχει Θεός. Διότι, εάν ένα πλοίο, που έχει λίγους ναύτες και επιβάτες, δεν μπορεί να διανύσει σώο ούτε ένα στάδιο, χωρίς το χέρι που το κυβερνά, πολύ περισσότερο τόσο μέγας κόσμος, που περιέχει τόσα σώματα συγκείμενα από διάφορα στοιχεία, δεν θα διασωζόταν επί τόσο χρόνο, αν δεν προΐστατο αυτού κάποια πρόνοια, που συγκρατεί το σύμπαν και διατηρεί τη συνέχειά του διαρκώς. Αν όμως ντραπούν την κοινή γνώμη όλων και την πείρα που μας προσφέρουν τα ίδια τα πράγματα και ομολογήσουν ότι υπάρχει Θεός, ας του πούμε, ότι εάν υπάρχει Θεός, όπως πράγματι υπάρχει, είναι επόμενο να είναι και δίκαιος. Διότι εάν δεν είναι δίκαιος, δεν είναι και Θεός. Εάν δε είναι δίκαιος, τότε αποδίδει στον καθένα μισθό αντάξιο προς τα έργα του. Αλλά βλέπουμε, ότι εδώ δεν απολαμβάνουν όλοι κατά την αξία των έργων τους. Επομένως είναι ανάγκη να ελπίσουμε, ότι επιφυλάσσεται στο μέλλον μια άλλη αμοιβή, για να αμειφθεί έκαστος κατά την αξία των έργων του και να φανεί το δίκαιο του Θεού. Αυτή η λοιπόν η επιχειρηματολογία μαζί με τη βαθύτερη επεξεργασίας της διδασκαλίας για τη θεία πρόνοια, μας εισάγει και στη διδασκαλία της αναστάσεως.
Όλα αυτά λοιπόν γνωρίζοντες, και εμείς οι ίδιοι να σκεπτόμαστε τα περί προνοίας και αναστάσεως και άλλους να διαφωτίζουμε και να καταβάλουμε κάθε προσπάθεια να αποστομώνουμε τους λυσσαλέους εχθρούς του Κυρίου, και να Τον δοξάσουμε σε όλα. Διότι κατ’ αυτό τον τρόπο θα τύχουμε μεγαλύτερης κηδεμονίας του και μεγάλης βοηθείας και θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από την πραγματική κακία και να επιτύχουμε τα μέλλοντα αγαθά με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, δια του οποίου και μετά του οποίου η δόξα εις τον Πατέρα, μαζί και το Άγιο Πνεύμα, τώρα και πάντοτε, και εις τους αιώνας των αιώνων. Αμήν.

Δευτέρα 27 Απριλίου 2009

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑ - ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ (Αναδημοσίευση)

Η εκκλησιαστική (επισκοπική και μοναστηριακή) περιουσία κατά κανόνα, έχει «κατά Θεόν» προέλευση (δωρεές, αφιερώματα των ίδιων των μοναχών στο μοναστήρι τους, πολιτειακές παροχές κ.λ.π.). Και αυτό, διότι οι Επισκοπές και τα Μοναστήρια, σε δυσχείμερους μάλιστα καιρούς (παρατεινόμενη δουλεία), προσέφεραν τεράστιο κοινωνικό έργο, πού ο Λαός το εκτιμούσε απεριόριστα. Διότι τα Μοναστήρια ήταν αληθινή κολυμβήθρα πνευματικής και κοινωνικής αναγέννησης. Γι’ αυτό ο βαθύς γνώστης της Ορθοδοξίας, αείμνηστος καθηγητής Στήβεν Ράνσιμαν, έγραφε, ότι ήταν ευλογημένα τα χωριά που κοντά τους είχαν κάποιο μοναστήρι. Τα μοναστήρια μας αναδείχθηκαν σε αληθινή «κιβωτό του Γένους», σώζοντας και την πίστη του και τον τρόπο ζωής του, τον πολιτισμό του. Γι’ αυτό οι Βαυαροί το πρώτο που έκαμαν, μαζί με τα εγχώρια όργανά τους, για την προώθηση του εξευρωπαϊσμού μας, ήταν η διάλυση των μοναστηριών στην πλειοψηφία τους και η διαρπαγή της περιουσίας τους. Ήξεραν ότι στα Μοναστήρια σωζόταν κυριολεκτικά το Έθνος.

Πολύς λόγος γίνεται λοιπόν για την εκκλησιαστική περιουσία, με κυρίαρχη τάση τον λαϊκισμό: Να μοιραστεί η περιουσία στο λαό. Δεν διευκρινίζεται όμως ποιος είναι αυτός ο λαός. Σε αυτή την περίπτωση δίκαιο βέβαια είναι και το ερώτημα: Γιατί δεν μοιράζει και το Κράτος την περιουσία του στο λαό; Πώς όμως; Έτσι άτακτα και αόριστα; Δεν είναι λίγες οι φορές, που ο εκκλησιαστικός χώρος παρεχώρησε μέρος της περιουσίας του στο Κράτος για την αντιμετώπιση κοινωνικών αναγκών. Π.χ. η προσφορά γης στους πρόσφυγες (Βύρωνας, Καισαριανή) ή για την ανέγερση εθνωφελών Ιδρυμάτων (Πανεπιστήμιο, Ακαδημία, νοσοκομεία). Στο λαό δεν πηγαίνουν –και δεν ανήκουν- όλα αυτά τα Ιδρύματα;

Ο τρόπος αυτός διαχείρισης της περιουσίας από τους ηθικούς εκκλησιαστικούς παράγοντες έχει κατοχυρωθεί –και διαιωνίζεται- από τους εν Πνεύματι συνταχθέντες συνοδικούς Κανόνες της Εκκλησίας ((1) Κανών 28 των Αγίων Αποστόλων: «Ο Επίσκοπος έχει την φροντίδα όλων των πραγμάτων της Εκκλησίας, είτε χωραφιών και ακινήτων (απο) κτημάτων, είτε κειμηλίων και κινητών και τα «κυβερνά» (διαχειρίζεται) με φόβο και προσοχή, «στοχαζόμενος ότι έχει τον Θεόν έφορον και εξεταστήν εις την κυβέρνησιν (διαχείριση) αυτών». Όμως δεν έχει και την άδεια να τα οικειοποιείται και να λέγει, ότι είναι δικό του κάτι από αυτά, ή να τα χαρίζει σε συγγενείς του… Εάν δε οι συγγενείς του αυτοί είναι φτωχοί, ας δίνει και σ΄ αυτούς, επειδή όμως είναι φτωχοί και όχι ως συγγενείς του. Ας τους ελεεί από την ετήσια συγκομιδή και όχι εξ αιτίας τους να δικαιούται να πωλεί κάποιο από αυτά. Ο Επίσκοπος δηλαδή ή ο Ηγούμενος είναι όχι ιδιοκτήτες, αλλ’ απλοί «οικονόμοι» (διαχειριστές) των αγαθών, που ανήκουν στον Θεό και τον Λαό Του! (2) 12ος της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου: Όποιος Επίσκοπος ή Ηγούμενος μοναστηριού δώσει κτήματα εκκλησιαστικά σε άρχοντες «ή με πωλησίαν ή με αλλαξίαν» (ανταλλαγή!!!), να ακυρώνεται η πράξη και τα πράγματα να επιστρέφονται στην Επισκοπή ή το Μοναστήρι. Αν δε τυχόν –παρατηρεί ο άγιος Νικόδημος- ο Αρχιερεύς ή ο Ηγούμενος προφασίζονται, ότι το χωράφι δεν δίνει εισόδημα ή κέρδος, αλλά μάλλον ζημία, ας το πουλούν, όχι σε άρχοντες και δυνάστες, αλλά σε κληρικούς ή γεωργούς, ανθρώπους δηλαδή «ταπεινούς και ευτελείς». Το γιατί το εξηγεί ο ίδιος Πατέρας: Τα πράγματα αυτά έχουν αφιερωθεί στον Θεόν και είναι «ιερά» και «πτωχικά». Προορίζονται δηλαδή για την κάλυψη των αναγκών των φτωχών. Δεν προορίζονται για άρχοντες, λοιπόν, ισχυρούς, που θα τα προσθέσουν στην δική τους περιουσία. Αν τα πάρουν όμως φτωχοί, τότε μπορεί να τα ξαναγοράσει από αυτούς η Εκκλησία, κάτι που δεν μπορεί να γίνει με τους πλούσιους.

Το πνεύμα της Ορθοδοξίας είναι, ότι η εκκλησιαστική και μοναστηριακή περιουσία ΠΡΕΠΕΙ να μένει στην Επισκοπή ή το Μοναστήρι, διότι τότε είναι πραγματικά «λαϊκή», ανήκει στον λαό. Όταν το ιδιοποιηθεί κάποιος, και μάλιστα «άρχοντας», δηλαδή ισχυρός, παύουν να ανήκουν στο λαό και γίνονται δική του ιδιοκτησία. Αυτό πρέπει να ισχύει και σήμερα. Τα μοναστηριακά κτήματα μπορούν να εκχωρούνται για κάποια χρόνια σε φτωχούς γεωργούς, για να τα καλλιεργούν και να διαθρέφουν την οικογένειά τους. Να μην χαριστούν όμως, διότι, όπως έχει συμβεί, οι γεωργοί θα τα πουλήσουν και τα χωράφια θα χαθούν. Μετά να επιστρέφονται πάλι εκεί, όπου ανήκουν, για την συμπαράσταση και σε άλλους. Μέσα σ’ αυτό το πνευματικό και φιλάνθρωπο κλίμα μπορεί να κινηθεί η διαχείριση της εκκλησιαστικής περιουσίας.

Κάποιοι περιμένουν τον «χωρισμό» Εκκλησίας-Πολιτείας, για να βρουν «νόμιμους» τρόπους διαρπαγής της εκκλησιαστικής περιουσίας, στο πνεύμα των Βαυαρών και των μετά τον Καποδίστρια (ο οποίος ήθελε την αξιοποίησή της) κρατικών ηγετών. Ξεχνούν όμως, ότι κατά το Σύνταγμα (άρθρο 17) προστατεύεται η ιδιοκτησία. Γιατί λοιπόν να μην επικαλεσθεί το Σύνταγμα και ο εκκλησιαστικός χώρος; Μήπως δεν δικαιώθηκαν οι Μονές, που προσέφυγαν στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, όταν ζημιώθηκαν περιουσιακά επί Τρίτση (1987); Ο διοικητικός χωρισμός υπάρχει (ν. 590/1977, ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας μας). Ο «χωρισμός», ως αποσύνδεση της Ορθοδοξίας από την ζωή του Έθνους -αυτόν στην ουσία θέλουν- θα είναι αδύνατος.

Και κάτι άλλο, μια και ο λόγος για διαχείριση περιουσιακών στοιχείων. Σε κάθε Μητρόπολη υπάρχει το «Μητροπολιτικό Συμβούλιο», που αποφασίζει γι’ αυτά. Σ’ αυτό μετέχουν ex officio και δύο κρατικοί υπάλληλοι (ανώτεροι): ένας δικαστικός και ένας οικονομικός. Αν συμβεί, λοιπόν, ποτέ κάποια ατασθαλία, σημαίνει ότι και αυτοί συγκατένευσαν. Ας το ξέρουμε, λοιπόν, όταν αναζητούμε ενόχους. Παπάδες και Ηγούμενοι μπορούν να «παραπλανήσουν» κρατικούς παράγοντες, όταν οι τελευταίοι στοχεύουν σε κάποιο δικό τους συμφέρον.